Η «καλή» χοληστερόλη, γνωστή ως HDL, θεωρείται διαχρονικά σύμμαχος της καρδιαγγειακής υγείας, καθώς συμβάλλει στην απομάκρυνση της περίσσειας χοληστερόλης από τις αρτηρίες. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, επιστημονικές μελέτες εξετάζουν κατά πόσο τα επίπεδά της συνδέονται και με τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.
Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί την πιο συχνή μορφή άνοιας και χαρακτηρίζεται από προοδευτική έκπτωση της μνήμης και των γνωστικών λειτουργιών. Δεδομένου ότι οι αγγειακοί παράγοντες παίζουν ρόλο στην υγεία του εγκεφάλου, οι ερευνητές έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους και στα λιπίδια του αίματος.
Παραδοσιακά, τα υψηλότερα επίπεδα HDL συνδέονται με μειωμένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Ορισμένες πρόσφατες έρευνες, όμως, υποδεικνύουν ότι πολύ υψηλές τιμές HDL σε μεγαλύτερες ηλικίες ίσως σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο άνοιας. Η σχέση αυτή δεν είναι ξεκάθαρη και δεν σημαίνει ότι η «καλή» χοληστερόλη προκαλεί Αλτσχάιμερ. Αντίθετα, φαίνεται πως σε ορισμένες περιπτώσεις η λειτουργικότητα της HDL –και όχι απλώς η ποσότητά της– μπορεί να διαφοροποιείται.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η HDL δεν είναι ομοιογενής. Η ποιότητα και η βιολογική της δράση μπορεί να αλλάζουν με την ηλικία ή υπό την επίδραση χρόνιων νοσημάτων. Έτσι, ένα υψηλό νούμερο σε μια εξέταση αίματος δεν αποτυπώνει πάντα πλήρως τον τρόπο που δρα στον οργανισμό.
Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η συνολική καρδιομεταβολική υγεία παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την υγεία του εγκεφάλου. Η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και της «κακής» LDL χοληστερόλης, η σωματική άσκηση και η μεσογειακή διατροφή φαίνεται να μειώνουν τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να δείχνουν ότι η καλή χοληστερόλη από μόνη της αποτελεί ένδειξη αυξημένου κινδύνου για Αλτσχάιμερ. Η ερμηνεία των λιπιδαιμικών τιμών πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα και πάντα σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό προφίλ υγείας του κάθε ατόμου.



