Μπορεί να συμβεί ακόμη και σε μια απλή βόλτα: μόλις βγούμε έξω και φυσάει, τα μάτια αρχίζουν να δακρύζουν. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο όταν ο αέρας είναι δυνατός ή όταν η ατμόσφαιρα είναι κρύα και ξηρή. Παρότι μοιάζει παράξενο, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό έναν φυσιολογικό μηχανισμό προστασίας.
Η επιφάνεια του ματιού καλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα δακρύων. Η δακρυϊκή αυτή μεμβράνη βοηθά στη λίπανση του ματιού, στην προστασία του από μικροσκοπικά σωματίδια και στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας του κερατοειδούς.
Όταν φυσάει δυνατά, ο αέρας μπορεί να επιταχύνει την εξάτμιση των δακρύων από την επιφάνεια του ματιού. Το μάτι αντιλαμβάνεται αυτή τη μεταβολή και οι δακρυϊκοί αδένες μπορούν να αυξήσουν προσωρινά την παραγωγή δακρύων. Έτσι δημιουργείται το χαρακτηριστικό δάκρυσμα.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί σε πολύ ξηρό περιβάλλον ή όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ανεμιστήρα ή κλιματιστικό που φυσά απευθείας προς το πρόσωπο.
Τα δάκρυα που παράγονται σε τέτοιες συνθήκες δεν έχουν την ίδια λειτουργία με τα δάκρυα που συνδέονται με έντονα συναισθήματα. Εδώ πρόκειται κυρίως για μια προστατευτική αντίδραση του ματιού απέναντι σε ένα περιβαλλοντικό ερέθισμα.
Τα γυαλιά μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα απλό φυσικό φράγμα απέναντι στον αέρα, ενώ η αποφυγή άμεσης ροής αέρα προς το πρόσωπο μπορεί επίσης να περιορίσει το πρόβλημα.
Αν το μάτι δακρύζει συνεχώς ακόμη και σε εσωτερικό χώρο, παρουσιάζει πόνο, έντονη κοκκινίλα, έκκριση ή αλλαγές στην όραση, χρειάζεται οφθαλμολογικός έλεγχος.
Το περιστασιακό δάκρυσμα στον αέρα, ωστόσο, είναι συνήθως ένας απλός τρόπος με τον οποίο το μάτι προσπαθεί να διατηρήσει την επιφάνειά του προστατευμένη και ενυδατωμένη.



