Όταν η θερμοκρασία πέφτει, το σώμα δεν αφήνει απλώς τα χέρια και το πρόσωπό μας να κρυώσουν. Ενεργοποιεί μηχανισμούς που περιορίζουν την απώλεια θερμότητας και ένας από αυτούς μπορεί να αλλάξει προσωρινά και το χρώμα του δέρματος.
Στην επιφάνεια του σώματος υπάρχουν πολλά μικρά αιμοφόρα αγγεία. Από αυτά περνά αίμα που μεταφέρει θερμότητα προς το δέρμα. Όταν όμως το περιβάλλον είναι κρύο, ο οργανισμός προσπαθεί να περιορίσει τη θερμότητα που χάνεται προς το περιβάλλον.
Για να το πετύχει, τα αγγεία του δέρματος συστέλλονται. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται προσωρινά η ποσότητα αίματος που φτάνει κοντά στην επιφάνεια. Περισσότερο αίμα παραμένει σε βαθύτερους ιστούς, όπου η θερμότητα μπορεί να διατηρηθεί αποτελεσματικότερα.
Επειδή το χρώμα του δέρματος επηρεάζεται εν μέρει από την ποσότητα και την κατάσταση του αίματος που βρίσκεται στα επιφανειακά αγγεία, η αγγειοσύσπαση μπορεί να κάνει το δέρμα να φαίνεται πιο ωχρό. Το φαινόμενο γίνεται συχνά περισσότερο αντιληπτό στα δάχτυλα, στη μύτη, στα αυτιά και στο πρόσωπο.
Όταν επιστρέψουμε σε θερμότερο περιβάλλον, τα αγγεία μπορούν σταδιακά να διασταλούν ξανά. Η ροή αίματος προς την επιφάνεια αυξάνεται και το φυσιολογικό χρώμα του δέρματος επανέρχεται.
Η συγκεκριμένη αντίδραση είναι μέρος της θερμορρύθμισης, δηλαδή της ικανότητας του οργανισμού να διατηρεί τη θερμοκρασία του σε σχετικά σταθερά επίπεδα παρά τις αλλαγές του εξωτερικού περιβάλλοντος.
Δεν αντιδρούν όλοι με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Η θερμοκρασία, η διάρκεια έκθεσης στο κρύο, η σωματική δραστηριότητα και η κατάσταση της κυκλοφορίας μπορούν να επηρεάσουν την ένταση της αντίδρασης.
Η προσωρινή ωχρότητα στο κρύο είναι επομένως συνήθως μια φυσιολογική προσαρμογή. Αν όμως τα δάχτυλα ή άλλα σημεία του σώματος αλλάζουν συχνά χρώμα ακόμη και χωρίς έντονο κρύο, ή εμφανίζουν πόνο, μούδιασμα ή άλλες ενοχλήσεις, είναι καλό να ζητηθεί ιατρική συμβουλή.



