Η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρδιακής αρρυθμίας, επηρεάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Χαρακτηρίζεται από ακανόνιστους και γρήγορους καρδιακούς παλμούς στους κόλπους της καρδιάς, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αιμάτωση και αυξημένο κίνδυνο θρόμβων, εγκεφαλικού και καρδιακής ανεπάρκειας. Οι αιτίες της είναι πολυπαραγοντικές, αλλά τα τελευταία χρόνια η επιστημονική έρευνα έχει δείξει μια σημαντική σχέση με ορμονικές διαταραχές.
Συγκεκριμένα, η θυροειδική ορμόνη φαίνεται να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Οι ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, δηλαδή αυξημένα επίπεδα θυροξίνης (Τ4) και τριιωδοθυρονίνης (Τ3), παρουσιάζουν συχνότερα επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής. Η υπερλειτουργία του θυρεοειδούς επιταχύνει τους καρδιακούς παλμούς και αυξάνει την ευαισθησία των καρδιακών μυϊκών κυττάρων σε ηλεκτρικά ερεθίσματα, δημιουργώντας συνθήκες για ακανόνιστο ρυθμό στους κόλπους.
Ωστόσο, η θυρεοειδική δυσλειτουργία δεν είναι η μόνη αιτία. Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την υπέρταση, την καρδιακή ανεπάρκεια, την ισχαιμική καρδιοπάθεια, το υπερβολικό βάρος και τον σακχαρώδη διαβήτη. Η ηλικία παίζει επίσης σημαντικό ρόλο: άτομα άνω των 65 ετών εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης κολπικής μαρμαρυγής.
Οι γυναίκες με ορμονικές διακυμάνσεις, όπως κατά την εμμηνόπαυση, μπορεί να επηρεάζονται διαφορετικά, καθώς η μείωση των οιστρογόνων σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Παράλληλα, η υπερκατανάλωση καφεΐνης, αλκοόλ ή φαρμάκων που διεγείρουν την καρδιά μπορεί να πυροδοτήσει επεισόδια μαρμαρυγής σε ευπαθή άτομα.
Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμες. Οι τακτικές καρδιολογικές εξετάσεις, η παρακολούθηση των επιπέδων θυροειδικών ορμονών και η ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου μπορεί να μειώσουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής.
Συμπερασματικά, η κολπική μαρμαρυγή συνδέεται στενά με ορμονικές διαταραχές, κυρίως του θυρεοειδούς, ενώ η ηλικία, τα καρδιολογικά προβλήματα και ο τρόπος ζωής καθορίζουν ποιοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι. Η έγκαιρη πρόληψη, η σωστή παρακολούθηση και η διαχείριση των παραγόντων κινδύνου μπορούν να προστατεύσουν την καρδιά και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής.



