Ο πόνος είναι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς προστασίας του οργανισμού. Μας προειδοποιεί ότι κάτι μπορεί να προκαλεί βλάβη ή ότι ένας ιστός χρειάζεται προστασία. Παρότι συχνά αισθανόμαστε τον πόνο σε ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος, η τελική εμπειρία δημιουργείται στον εγκέφαλο.
Όταν ένας ιστός τραυματίζεται ή ερεθίζεται, ειδικοί αισθητηριακοί υποδοχείς μπορούν να ενεργοποιηθούν. Οι υποδοχείς αυτοί ανιχνεύουν ερεθίσματα όπως έντονη πίεση, πολύ υψηλή ή χαμηλή θερμοκρασία και χημικές αλλαγές που σχετίζονται με τραυματισμό.
Τα σήματα μεταφέρονται μέσω των νεύρων προς τον νωτιαίο μυελό και στη συνέχεια προς τον εγκέφαλο. Εκεί οι πληροφορίες επεξεργάζονται και αποκτούν την υποκειμενική μορφή που γνωρίζουμε ως πόνο.
Ο εγκέφαλος όμως δεν αξιολογεί το σήμα απομονωμένα. Λαμβάνει υπόψη προηγούμενες εμπειρίες, συναισθήματα, το περιβάλλον και το πόσο απειλητική θεωρεί την κατάσταση. Γι’ αυτό δύο άνθρωποι μπορεί να βιώσουν διαφορετικά τον ίδιο σωματικό ερεθισμό.
Αυτό εξηγεί επίσης γιατί ο πόνος μπορεί να επηρεάζεται από το άγχος ή τον φόβο. Η συναισθηματική κατάσταση μπορεί να τροποποιήσει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τα εισερχόμενα σήματα.
Υπάρχουν μάλιστα μηχανισμοί μέσω των οποίων ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός μπορούν να ενισχύσουν ή να περιορίσουν τη μετάδοση των σημάτων πόνου. Έτσι, η αντίληψη του πόνου δεν είναι απλώς μια «μέτρηση» της βλάβης.
Ο πόνος είναι επομένως ένα σύνθετο αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ νευρικού συστήματος, τραυματισμένων ή ερεθισμένων ιστών και εγκεφάλου. Η λειτουργία του είναι κυρίως προστατευτική: μας ωθεί να απομακρυνθούμε από κάτι επικίνδυνο και να προστατεύσουμε το σώμα μέχρι να αποκατασταθεί.



