Όταν ο οργανισμός αντιμετωπίζει μια λοίμωξη, το ανοσοποιητικό σύστημα δεν περιορίζεται μόνο στην προσπάθεια να απομακρύνει τον υπεύθυνο μικροοργανισμό. Σε πολλές περιπτώσεις, παράλληλα δημιουργεί μια μορφή ανοσολογικής «μνήμης», η οποία μπορεί να βοηθήσει τον οργανισμό να ανταποκριθεί ταχύτερα αν συναντήσει ξανά τον ίδιο ή παρόμοιο εισβολέα.
Η διαδικασία ξεκινά όταν το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει ξένα μόρια, γνωστά ως αντιγόνα, που βρίσκονται στην επιφάνεια ή στο εσωτερικό των μικροοργανισμών. Ειδικά κύτταρα του ανοσοποιητικού επεξεργάζονται αυτές τις πληροφορίες και ενεργοποιούν μια πιο στοχευμένη αντίδραση. Τα λεμφοκύτταρα Β και Τ έχουν κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσαρμοστική ανοσολογική απάντηση.
Τα Β λεμφοκύτταρα μπορούν να μετατραπούν σε κύτταρα που παράγουν αντισώματα. Τα αντισώματα είναι πρωτεΐνες που αναγνωρίζουν συγκεκριμένα αντιγόνα και μπορούν να συμβάλουν στην εξουδετέρωση ή την απομάκρυνση των αντίστοιχων μικροοργανισμών. Τα Τ λεμφοκύτταρα, από την άλλη πλευρά, μπορούν να βοηθήσουν στον συντονισμό της ανοσολογικής αντίδρασης ή να καταστρέψουν κύτταρα που έχουν μολυνθεί.
Μετά την αντιμετώπιση της λοίμωξης, η πλειονότητα των ενεργοποιημένων ανοσολογικών κυττάρων σταδιακά μειώνεται. Ορισμένα, όμως, μετατρέπονται σε κύτταρα μνήμης. Αυτά μπορούν να παραμείνουν στον οργανισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν ο ίδιος μικροοργανισμός εμφανιστεί ξανά, τα κύτταρα μνήμης μπορούν να αναγνωρίσουν γρηγορότερα το σχετικό αντιγόνο και να ενεργοποιήσουν πιο άμεσα την ανοσολογική απόκριση.
Η ανοσία μετά από μια λοίμωξη δεν είναι ίδια για όλους τους μικροοργανισμούς ούτε διαρκεί απαραίτητα για όλη τη ζωή. Η διάρκεια και η ένταση της προστασίας εξαρτώνται από το είδος του παθογόνου, την ανοσολογική απόκριση του κάθε ανθρώπου και άλλους παράγοντες. Σε ορισμένες λοιμώξεις, η προστασία μπορεί να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Επίσης, η παρουσία αντισωμάτων δεν σημαίνει πάντα πλήρη προστασία από μια νέα λοίμωξη. Μπορεί, όμως, να συμβάλλει στην ταχύτερη αντιμετώπιση του παθογόνου ή στη μείωση της σοβαρότητας της νόσου.
Η ανοσολογική μνήμη αποτελεί, επομένως, έναν από τους πιο σημαντικούς μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού. Χάρη σε αυτήν, το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να «μαθαίνει» από προηγούμενες συναντήσεις με παθογόνους παράγοντες και να είναι καλύτερα προετοιμασμένο για μια μελλοντική έκθεση.



