Όταν αλλάζουμε απότομα το ωράριο ύπνου, για παράδειγμα μετά από νυχτερινή εργασία, ταξίδι ή διακοπές, μπορεί να νιώθουμε κουρασμένοι σε ώρες που κανονικά θα ήμασταν ξύπνιοι. Ο οργανισμός μας δεν λειτουργεί μόνο με βάση το πόσες ώρες κοιμηθήκαμε, αλλά και με βάση το εσωτερικό βιολογικό ρολόι.
Ο κιρκάδιος ρυθμός επηρεάζει τον ύπνο, την εγρήγορση και πολλές άλλες λειτουργίες. Το φως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σήματα που βοηθούν το σώμα να συγχρονίσει αυτόν τον ρυθμό με το περιβάλλον.
Όταν κοιμόμαστε πολύ αργότερα από το συνηθισμένο, ο εγκέφαλος μπορεί να εξακολουθεί να «περιμένει» ύπνο ή εγρήγορση σύμφωνα με το προηγούμενο πρόγραμμα. Έτσι μπορεί να δυσκολευτούμε να κοιμηθούμε στη νέα ώρα ή να ξυπνήσουμε νωρίτερα από όσο θα θέλαμε.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν η αλλαγή είναι απότομη. Γι’ αυτό μετά από ένα ταξίδι σε άλλη ζώνη ώρας μπορεί να χρειαστούν αρκετές ημέρες μέχρι να προσαρμοστεί το σώμα.
Η σταθερότητα του ωραρίου, η έκθεση σε φυσικό φως κατάλληλες ώρες της ημέρας και η αποφυγή έντονου φωτός αργά το βράδυ μπορούν να βοηθήσουν στη σταδιακή προσαρμογή.
Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι εξίσου ευαίσθητοι στις αλλαγές. Η ηλικία, το καθημερινό πρόγραμμα, η εργασία και οι συνήθειες ύπνου παίζουν ρόλο.
Η αλλαγή του ωραρίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κάποιο πρόβλημα ύπνου. Είναι συχνά μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού σε διαφορετικά χρονικά ερεθίσματα.
Αν όμως η διαταραχή του ύπνου συνεχίζεται για μεγάλο διάστημα και επηρεάζει σημαντικά την καθημερινή λειτουργία, χρειάζεται αξιολόγηση.
Το εσωτερικό μας ρολόι δεν προσαρμόζεται με ένα κουμπί. Χρειάζεται χρόνο και σταθερά περιβαλλοντικά σήματα για να συγχρονιστεί ξανά.



