Ο ύπνος δεν είναι απλώς μια περίοδος ξεκούρασης. Κατά τη διάρκειά του, ο οργανισμός εκτελεί πολλές λειτουργίες που υποστηρίζουν τη σωματική και πνευματική υγεία. Όταν, όμως, η αναπνοή διακόπτεται επανειλημμένα μέσα στη νύχτα, η ποιότητα του ύπνου μπορεί να υποβαθμιστεί σημαντικά. Αυτή είναι μία από τις βασικές εκδηλώσεις της υπνικής άπνοιας.
Η συχνότερη μορφή είναι η αποφρακτική υπνική άπνοια. Συμβαίνει όταν οι μύες του λαιμού χαλαρώνουν κατά τον ύπνο και ο ανώτερος αεραγωγός στενεύει ή κλείνει προσωρινά. Η αναπνοή μειώνεται ή σταματά για μικρά χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα να πέφτει ενίοτε το οξυγόνο στο αίμα και ο εγκέφαλος να προκαλεί μικρές αφυπνίσεις ώστε να αποκατασταθεί η αναπνοή.
Το πρόβλημα μπορεί να επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα σε μία νύχτα, χωρίς το άτομο να θυμάται ότι ξύπνησε. Ένα χαρακτηριστικό σημάδι είναι το έντονο ροχαλητό, ιδιαίτερα όταν εναλλάσσεται με παύσεις στην αναπνοή και απότομες ανάσες. Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι η πρωινή κεφαλαλγία, η ξηροστομία, η υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, η δυσκολία συγκέντρωσης και η αίσθηση ότι ο ύπνος δεν ήταν αναζωογονητικός.
Η υπνική άπνοια δεν αφορά αποκλειστικά ανθρώπους με αυξημένο σωματικό βάρος. Η ανατομία των αεραγωγών, η ηλικία, η κληρονομικότητα και ορισμένοι άλλοι παράγοντες μπορούν επίσης να συμβάλουν στην εμφάνισή της.
Η διάγνωση γίνεται με ιατρική αξιολόγηση και, όταν ενδείκνυται, εξέταση ύπνου στο σπίτι ή σε εξειδικευμένο εργαστήριο. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τη μορφή και τη βαρύτητα της διαταραχής και μπορεί να περιλαμβάνει ειδική συσκευή που διατηρεί ανοιχτούς τους αεραγωγούς, αλλαγές στον τρόπο ζωής ή άλλες παρεμβάσεις.
Το επίμονο ροχαλητό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει υπνική άπνοια. Όταν, όμως, συνοδεύεται από παύσεις στην αναπνοή ή έντονη ημερήσια υπνηλία, αξίζει να διερευνηθεί. Η σωστή διάγνωση μπορεί να βελτιώσει την καθημερινότητα και να περιορίσει τους κινδύνους που σχετίζονται με τη μη αντιμετωπισμένη διαταραχή.



