Ανησυχητική αύξηση στην κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών από παιδιά και εφήβους καταγράφει νέα διεθνής έρευνα, επισημαίνοντας τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ιδίως για τις νεότερες ηλικίες. Αναψυκτικά, ενεργειακά ποτά και έτοιμοι χυμοί με υψηλή περιεκτικότητα σε πρόσθετα σάκχαρα φαίνεται να αποτελούν πλέον καθημερινή συνήθεια για σημαντικό ποσοστό ανηλίκων, με τις επιπτώσεις να είναι ήδη ορατές.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Child & Adolescent Health, η συστηματική κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια σε πολλές χώρες, κυρίως λόγω της επιθετικής διαφήμισης και της εύκολης πρόσβασης στα προϊόντα αυτά. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών ηλικίας 6 έως 17 ετών καταναλώνει τουλάχιστον ένα ζαχαρούχο ρόφημα ημερησίως, ξεπερνώντας συχνά τα συνιστώμενα όρια πρόσληψης ζάχαρης.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η αυξημένη πρόσληψη ζάχαρης συνδέεται με παχυσαρκία, τερηδόνα, μεταβολικό σύνδρομο και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σε νεαρή ηλικία. Παράλληλα, τα ζαχαρούχα ποτά δεν προσφέρουν ουσιαστική διατροφική αξία, αλλά προσθέτουν «κενές θερμίδες» στη διατροφή, συμβάλλοντας σε ανισορροπία ενέργειας και αύξηση σωματικού βάρους. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η κατανάλωση ενεργειακών ποτών από εφήβους, τα οποία περιέχουν, εκτός από ζάχαρη, υψηλές ποσότητες καφεΐνης.
Οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη λήψης μέτρων, όπως η επιβολή φόρων στα ζαχαρούχα ποτά, η αυστηρότερη ρύθμιση της διαφήμισης που απευθύνεται σε ανηλίκους και η προώθηση υγιεινών εναλλακτικών επιλογών, όπως το νερό και οι φυσικοί χυμοί χωρίς πρόσθετη ζάχαρη. Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γονείς και τα σχολεία, μέσα από την εκπαίδευση και τη διαμόρφωση υγιεινών διατροφικών συνηθειών από μικρή ηλικία.
Η αύξηση της κατανάλωσης ζαχαρούχων ποτών στα παιδιά και τους εφήβους δεν αποτελεί απλώς διατροφική τάση, αλλά σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας. Η αντιστροφή αυτής της πορείας απαιτεί συντονισμένες δράσεις, ενημέρωση και αλλαγή συμπεριφορών, ώστε οι νεότερες γενιές να προστατευθούν από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία τους.



