Η υψηλή αρτηριακή πίεση συχνά δεν προκαλεί πονοκέφαλο, ζάλη ή άλλη ξεκάθαρη ενόχληση. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμένει αδιάγνωστη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ επιβαρύνει σταδιακά την καρδιά και τα αγγεία.
Η αρτηριακή πίεση εκφράζει τη δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει τα τοιχώματα των αρτηριών. Κατά τη μέτρηση καταγράφονται δύο αριθμοί: η συστολική πίεση, όταν η καρδιά συσπάται, και η διαστολική, όταν χαλαρώνει ανάμεσα στους παλμούς.
Όταν η πίεση παραμένει αυξημένη, η καρδιά χρειάζεται να εργάζεται εντονότερα και τα αγγεία υφίστανται μεγαλύτερη καταπόνηση. Μακροπρόθεσμα, αυτό αυξάνει τον κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και νεφρική βλάβη. Η υπέρταση συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο άλλων αγγειακών επιπλοκών.
Η διάγνωση δεν βασίζεται συνήθως σε μία μόνο μέτρηση. Η πίεση μπορεί να επηρεαστεί προσωρινά από το άγχος, τον καφέ, την άσκηση, το κάπνισμα ή την ακατάλληλη στάση του σώματος. Για πιο αξιόπιστο αποτέλεσμα, συνιστάται να αποφεύγονται η καφεΐνη, το κάπνισμα και η άσκηση για περίπου 30 λεπτά πριν από τη μέτρηση, να προηγείται λίγη ηρεμία και να στηρίζεται η πλάτη, με τα πόδια στο πάτωμα και το χέρι στο ύψος της καρδιάς.
Οι μετρήσεις στο σπίτι ή η 24ωρη καταγραφή μπορούν να βοηθήσουν τον γιατρό να διακρίνει την πραγματική υπέρταση από την παροδική αύξηση που σχετίζεται με το ιατρείο.
Η πρόληψη περιλαμβάνει περιορισμό του αλατιού, ισορροπημένη διατροφή, τακτική σωματική δραστηριότητα, διατήρηση υγιούς βάρους, περιορισμό του αλκοόλ και αποφυγή του καπνίσματος. Αν χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή, η συνέπειά της είναι καθοριστική.
Η συστηματική μέτρηση δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας, αλλά εργαλείο πρόληψης. Η έγκαιρη αναγνώριση της υπέρτασης επιτρέπει παρεμβάσεις πριν εμφανιστούν σοβαρές επιπλοκές.



