Ο ύπνος αποτελεί βασικό στοιχείο της υγείας του εγκεφάλου, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Νέα έρευνα υποδεικνύει ότι οι ηλικιωμένοι που περιορίζουν τον ύπνο τους σε πολύ μικρά διαστήματα – μόλις μερικές ώρες τη νύχτα ή διακεκομμένους μικρούς ύπνους κατά τη διάρκεια της ημέρας – διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι ο ποιοτικός και επαρκής ύπνος είναι καθοριστικός παράγοντας για τη νευροπροστασία.
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι κατά τον ύπνο ο εγκέφαλος διενεργεί μια «καθαριστική» διαδικασία, απομακρύνοντας τις τοξίνες και τις πρωτεΐνες που συσσωρεύονται στις νευρικές συνάψεις. Μία από αυτές τις πρωτεΐνες είναι η β-αμυλοειδής, η οποία σχηματίζει τις γνωστές αμυλοειδείς πλάκες, βασικό χαρακτηριστικό της νόσου Αλτσχάιμερ. Όταν ο ύπνος είναι περιορισμένος ή διακεκομμένος, η διαδικασία αυτή μειώνεται, οδηγώντας σε μεγαλύτερη συσσώρευση της πρωτεΐνης και αυξημένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Η έρευνα δείχνει ότι ηλικιωμένοι που κοιμούνται λιγότερες από έξι ώρες τη νύχτα ή κάνουν μόνο σύντομους ύπνους κατά τη διάρκεια της ημέρας εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν συμπτώματα άνοιας τα επόμενα χρόνια. Αντίθετα, όσοι τηρούν τακτικό και συνεχόμενο ύπνο επτά έως εννέα ωρών διατηρούν καλύτερες γνωστικές λειτουργίες και μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ.
Οι ειδικοί συνιστούν στα ηλικιωμένα άτομα να δημιουργούν σταθερή ρουτίνα ύπνου, να αποφεύγουν καφεΐνη και βαριά γεύματα πριν τον ύπνο, να περιορίζουν τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών και να φροντίζουν το υπνοδωμάτιο να είναι ήσυχο και σκοτεινό. Παράλληλα, η σωματική άσκηση και η νοητική δραστηριότητα φαίνεται να ενισχύουν την ποιότητα του ύπνου και την προστασία του εγκεφάλου.
Συνολικά, η διατήρηση επαρκούς ύπνου αποτελεί κρίσιμο μέτρο πρόληψης για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Οι ηλικιωμένοι που φροντίζουν τον ύπνο τους μειώνουν τις πιθανότητες νευρολογικής φθοράς και ενισχύουν τη μακροχρόνια γνωστική τους υγεία.



