Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα παρουσιάστηκαν ως μια λιγότερο βλαβερή εναλλακτική λύση στο κάπνισμα και ως εργαλείο διακοπής του τσιγάρου. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα παραμένει διχασμένη ως προς το πόσο πραγματικά βοηθούν τους καπνιστές να απαλλαγούν από την εξάρτηση από τη νικοτίνη.
Πολλές μελέτες δείχνουν ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορεί να βοηθήσουν ορισμένους καπνιστές να μειώσουν ή να διακόψουν το συμβατικό κάπνισμα, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται ως μέρος ενός οργανωμένου προγράμματος διακοπής, με ιατρική καθοδήγηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σταδιακή μείωση της νικοτίνης μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά στη διαδικασία απεξάρτησης.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Ένα σημαντικό ποσοστό χρηστών καταλήγει σε «διπλή χρήση», δηλαδή συνδυάζει ηλεκτρονικό και συμβατικό τσιγάρο, διατηρώντας ή και ενισχύοντας τη συνολική εξάρτηση από τη νικοτίνη. Παράλληλα, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν είναι ακίνδυνα: τα υγρά αναπλήρωσης και τα παραγόμενα αερολύματα περιέχουν ουσίες που μπορούν να ερεθίσουν το αναπνευστικό σύστημα και να επηρεάσουν την καρδιαγγειακή λειτουργία.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι η ελκυστικότητά τους σε νεότερες ηλικίες. Οι γεύσεις, ο μοντέρνος σχεδιασμός και η χαμηλότερη κοινωνική «στιγματοποίηση» τους έχουν οδηγήσει πολλούς εφήβους – που δεν ήταν προηγουμένως καπνιστές – στη χρήση τους, δημιουργώντας νέες μορφές εθισμού στη νικοτίνη.
Οι ειδικοί συμφωνούν σε κάτι βασικό: τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν πρέπει να θεωρούνται ακίνδυνη συνήθεια, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να αποτελέσουν ένα μεταβατικό εργαλείο για ενήλικους βαρείς καπνιστές που προσπαθούν να διακόψουν το κάπνισμα. Η πιο ασφαλής επιλογή για την υγεία παραμένει η πλήρης αποχή από κάθε μορφή καπνίσματος και νικοτίνης.
Τελικά, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορεί να βοηθήσουν, αλλά δεν είναι «μαγική λύση». Η επιτυχής διακοπή του καπνίσματος απαιτεί συνδυασμό ενημέρωσης, υποστήριξης και, σε πολλές περιπτώσεις, επαγγελματικής βοήθειας.



