Μετά από μια δύσκολη ημέρα μπορεί να παρατηρήσουμε ότι η φωνή μας δεν ακούγεται όπως το πρωί. Μπορεί να είναι πιο αδύναμη, βραχνή ή να χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για να μιλήσουμε. Η αλλαγή αυτή συνδέεται με τον τρόπο λειτουργίας ολόκληρου του μηχανισμού της φωνής.
Για να παραχθεί ήχος, ο αέρας από τους πνεύμονες περνά μέσα από τον λάρυγγα και προκαλεί δόνηση στις φωνητικές χορδές. Στη συνέχεια, ο ήχος διαμορφώνεται από τον λαιμό, το στόμα και τη μύτη. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί συντονισμό μυών και σωστή λειτουργία των ιστών.
Όταν είμαστε κουρασμένοι, η σωματική και μυϊκή κόπωση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη φωνή. Αν έχουμε μιλήσει για πολλές ώρες, έχουμε φωνάξει ή έχουμε τραγουδήσει, οι φωνητικές χορδές έχουν επίσης καταπονηθεί.
Η αφυδάτωση μπορεί να κάνει την αίσθηση ακόμη πιο έντονη, καθώς οι φωνητικές χορδές χρειάζονται επαρκή υγρασία για να δονούνται ομαλά. Παράλληλα, η έλλειψη ύπνου μπορεί να επηρεάσει τη γενικότερη μυϊκή λειτουργία και την προσπάθεια που καταβάλλουμε όταν μιλάμε.
Γι’ αυτό μετά από μια κουραστική ημέρα μπορεί να μιλάμε πιο αργά, να χαμηλώνουμε ασυναίσθητα την ένταση της φωνής μας ή να αισθανόμαστε ότι πρέπει να «καθαρίσουμε» τον λαιμό μας.
Η ξεκούραση της φωνής, η επαρκής πρόσληψη υγρών και η αποφυγή της υπερβολικής καταπόνησης μπορούν να βοηθήσουν όταν η αλλαγή είναι προσωρινή.
Αν όμως η βραχνάδα ή η αλλαγή της φωνής επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, εμφανίζεται επανειλημμένα χωρίς προφανή αιτία ή συνοδεύεται από πόνο ή δυσκολία στην κατάποση ή την αναπνοή, χρειάζεται ιατρικός έλεγχος.
Η φωνή δεν είναι ένα απλό «ηχητικό όργανο». Εξαρτάται από την αναπνοή, τον λάρυγγα, τους μύες και την κατάσταση των ιστών, γι’ αυτό και μπορεί να επηρεάζεται αισθητά από την καθημερινή κόπωση.



