Σχεδόν όλοι έχουμε βιώσει τη στιγμή κατά την οποία μια λέξη βρίσκεται «στην άκρη της γλώσσας μας», αλλά δεν μπορούμε να την προφέρουμε. Μπορεί να γνωρίζουμε ακριβώς τι θέλουμε να πούμε, να θυμόμαστε τη σημασία της λέξης ή ακόμη και το πρώτο της γράμμα, όμως η λέξη δεν εμφανίζεται αμέσως. Το φαινόμενο αυτό είναι φυσιολογικό και σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος αποθηκεύει και ανακτά τις γλωσσικές πληροφορίες.
Για να εκφράσουμε μια σκέψη, ο εγκέφαλος πρέπει να περάσει από αρκετά στάδια. Αρχικά σχηματίζει την έννοια που θέλουμε να επικοινωνήσουμε και στη συνέχεια αναζητά την κατάλληλη λέξη. Έπειτα πρέπει να ανακτηθεί η φωνολογική της μορφή, δηλαδή οι ήχοι που αποτελούν τη λέξη, ώστε να μπορέσουμε να την προφέρουμε. Μερικές φορές η διαδικασία αυτή καθυστερεί.
Το φαινόμενο γίνεται συχνότερο όταν είμαστε κουρασμένοι, αγχωμένοι ή αφηρημένοι. Σε αυτές τις καταστάσεις η προσοχή και η λειτουργία της μνήμης μπορεί να επηρεαστούν, με αποτέλεσμα η ανάκτηση μιας συγκεκριμένης λέξης να γίνεται δυσκολότερη. Παρόμοια δυσκολία μπορεί να εμφανιστεί όταν έχουμε να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παράξενο αλλά χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν η λέξη βρίσκεται «στην άκρη της γλώσσας», συχνά μπορούμε να θυμηθούμε στοιχεία της. Ίσως γνωρίζουμε πόσες περίπου συλλαβές έχει, από ποιο γράμμα αρχίζει ή με ποια άλλη λέξη μοιάζει. Αυτό δείχνει ότι η πληροφορία δεν έχει χαθεί από τη μνήμη· απλώς η πρόσβαση σε αυτήν δεν είναι προσωρινά αποτελεσματική.
Μερικές φορές η λύση έρχεται όταν σταματήσουμε να προσπαθούμε. Όταν αλλάξουμε δραστηριότητα και χαλαρώσουμε, ο εγκέφαλος μπορεί να συνεχίσει την αναζήτηση χωρίς συνειδητή προσπάθεια και η λέξη να εμφανιστεί ξαφνικά.
Επομένως, το να ξεχνάμε προσωρινά μια γνωστή λέξη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε πρόβλημα μνήμης. Είναι ένα συνηθισμένο αποτέλεσμα της πολύπλοκης διαδικασίας με την οποία ο εγκέφαλος αποθηκεύει, οργανώνει και ανακτά τη γλώσσα.



