Γιατί πεινάμε περισσότερο όταν τρώμε γρήγορα και πώς επηρεάζεται η ποσότητα του φαγητού

Το πόσο γρήγορα τρώμε μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το πόσο θα φάμε τελικά. Όταν ένα γεύμα καταναλώνεται βιαστικά, ο εγκέφαλος δεν προλαβαίνει να λάβει εγκαίρως όλα τα σήματα που σχετίζονται με τον κορεσμό. Έτσι, μπορεί να συνεχίσουμε να τρώμε ακόμη και όταν έχουμε ήδη καταναλώσει αρκετή ποσότητα φαγητού.

Η διαδικασία του κορεσμού δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο γεμάτο είναι το στομάχι. Μετά την έναρξη ενός γεύματος ενεργοποιούνται μηχανισμοί που στέλνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο σχετικά με την πρόσληψη τροφής. Παράλληλα, απελευθερώνονται ορμόνες του πεπτικού συστήματος που συμμετέχουν στη ρύθμιση της πείνας και του κορεσμού.

Όταν κάποιος τρώει πολύ γρήγορα, μπορεί να έχει ήδη καταναλώσει μεγάλη ποσότητα μέχρι να γίνει αισθητό το αίσθημα ότι «χόρτασε». Αντίθετα, ένα πιο αργό γεύμα δίνει περισσότερο χρόνο στον οργανισμό να επεξεργαστεί τα σχετικά σήματα.

Δεν χρειάζεται, βέβαια, να μετρά κανείς τις μπουκιές ή να τρώει υπερβολικά αργά. Μερικές απλές αλλαγές μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Για παράδειγμα, βοηθά να αφήνουμε για λίγο το πιρούνι κάτω ανάμεσα στις μπουκιές, να μασάμε καλά την τροφή και να αποφεύγουμε να τρώμε μπροστά στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή όταν αυτό μας κάνει να καταναλώνουμε μηχανικά το φαγητό.

Επίσης, η συγκέντρωση στο γεύμα επιτρέπει να αντιληφθούμε καλύτερα τη γεύση, την υφή και τελικά το σημείο στο οποίο έχουμε χορτάσει.

Η ταχύτητα του φαγητού δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει το βάρος ή την πείνα. Ωστόσο, το να δίνουμε λίγο περισσότερο χρόνο σε κάθε γεύμα μπορεί να βοηθήσει στη συνειδητή κατανάλωση και στην καλύτερη αναγνώριση των σημάτων του οργανισμού.

Μοιραστείτε την ανάρτηση::