Μετά από αρκετές ώρες μπροστά στον υπολογιστή, μπορεί να αισθανθούμε τα μάτια μας βαριά, να εμφανίσουμε πονοκέφαλο ή να δυσκολευτούμε να εστιάσουμε σε ένα αντικείμενο που βρίσκεται μακριά. Αυτά τα συμπτώματα είναι συχνά εκδηλώσεις της ψηφιακής καταπόνησης των ματιών, μιας κατάστασης που συνδέεται με την παρατεταμένη χρήση οθονών.
Όταν κοιτάζουμε μια οθόνη, τα μάτια μας πρέπει να διατηρούν συνεχώς την εστίαση σε σχετικά μικρή απόσταση. Οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν την εστίαση και συνεργάζονται για να βλέπουμε καθαρά μπορεί να κουράζονται, ιδιαίτερα όταν η εργασία διαρκεί πολλές ώρες χωρίς διαλείμματα. Παράλληλα, συνήθως ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρα λιγότερο συχνά, με αποτέλεσμα να εξατμίζονται ευκολότερα τα δάκρυα από την επιφάνεια του ματιού.
Η μειωμένη σταθερότητα της δακρυϊκής στιβάδας μπορεί να προκαλέσει ξηρότητα, τσούξιμο, αίσθηση άμμου ή παροδική θολή όραση. Τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινώνονται όταν ο χώρος έχει κλιματισμό, χαμηλή υγρασία ή έντονο φωτισμό που δημιουργεί αντανακλάσεις στην οθόνη.
Μια πρακτική μέθοδος για τη μείωση της καταπόνησης είναι ο κανόνας 20-20-20: κάθε 20 λεπτά, κοιτάζουμε ένα αντικείμενο σε απόσταση περίπου έξι μέτρων για τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα. Η μέθοδος δεν αποτελεί θεραπεία για κάθε πρόβλημα όρασης, αλλά ενθαρρύνει τα τακτικά διαλείμματα από την κοντινή εστίαση.
Χρήσιμο είναι επίσης να τοποθετούμε την οθόνη λίγο χαμηλότερα από το ύψος των ματιών, να διατηρούμε άνετη απόσταση και να ρυθμίζουμε τη φωτεινότητα ανάλογα με τον φωτισμό του χώρου. Η συνειδητή, συχνότερη βλεφαριστική κίνηση μπορεί να βοηθήσει όσους εμφανίζουν ξηρότητα.
Η χρήση οθονών δεν προκαλεί από μόνη της μόνιμη βλάβη στα μάτια στους περισσότερους ενήλικες, αλλά μπορεί να αποκαλύψει ή να επιδεινώσει προϋπάρχοντα προβλήματα, όπως μη διορθωμένη διαθλαστική ανωμαλία.
Εάν η θολή όραση επιμένει, υπάρχει πόνος ή εμφανίζονται συχνά πονοκέφαλοι κατά την εργασία, είναι σκόπιμος ο οφθαλμολογικός έλεγχος. Η σωστή εργονομία και τα τακτικά διαλείμματα μπορούν να κάνουν την καθημερινή χρήση των οθονών πιο άνετη.



