Η χοληστερίνη συχνά συνδέεται με καρδιαγγειακά προβλήματα, αλλά όχι όλη η χοληστερίνη είναι επιβλαβής. Η «καλή» χοληστερίνη, γνωστή ως HDL, φαίνεται ότι παίζει κρίσιμο ρόλο στην προστασία του εγκεφάλου και μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ. Πρόσφατες επιστημονικές έρευνες υπογραμμίζουν τη σημασία της HDL όχι μόνο για την καρδιά αλλά και για την υγεία του νευρικού συστήματος.
Η HDL λειτουργεί ως «καθαριστής» για τα αγγεία, μεταφέροντας την περίσσεια χοληστερίνης από τις αρτηρίες στο ήπαρ για επεξεργασία και αποβολή. Παράλληλα, φαίνεται να επηρεάζει θετικά τον εγκέφαλο, βοηθώντας στη μείωση της συσσώρευσης αμυλοειδών πλακών, οι οποίες αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της νόσου Αλτσχάιμερ. Με άλλα λόγια, η υψηλή HDL μπορεί να προστατεύει τα νευρικά κύτταρα από βλάβες και φλεγμονή, διατηρώντας τη μνήμη και τις γνωστικές λειτουργίες σε καλύτερη κατάσταση με την πάροδο του χρόνου.
Μελέτες παρατήρησης δείχνουν ότι άτομα με υψηλότερα επίπεδα HDL έχουν μικρότερη πιθανότητα να αναπτύξουν Αλτσχάιμερ ή άλλες μορφές άνοιας. Επιπλέον, η HDL φαίνεται να ενισχύει την κυκλοφορία του εγκεφάλου και να προάγει την υγεία των αιμοφόρων αγγείων, μειώνοντας τον κίνδυνο φλεγμονών που μπορούν να επιταχύνουν τη γνωστική έκπτωση.
Οι ειδικοί προτείνουν τρόπους αύξησης της «καλής» χοληστερίνης μέσω της διατροφής και του τρόπου ζωής. Τροφές πλούσιες σε μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά, όπως το ελαιόλαδο, οι ξηροί καρποί και το λιπαρό ψάρι, συμβάλλουν στην αύξηση της HDL. Τακτική σωματική άσκηση, αποφυγή καπνίσματος και έλεγχος του βάρους ενισχύουν επίσης τα επίπεδα της «καλής» χοληστερίνης.
Συνολικά, η HDL δεν προστατεύει μόνο την καρδιά αλλά και τον εγκέφαλο, υποστηρίζοντας τις γνωστικές λειτουργίες και μειώνοντας τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ. Η διατήρηση υψηλών επιπέδων «καλής» χοληστερίνης μπορεί να αποτελέσει έναν σημαντικό παράγοντα για την πρόληψη της άνοιας και την ενίσχυση της νευροπροστασίας.



