Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει πρωτιές που δεν θα ήθελε κανείς να έχει: τη μεγαλύτερη κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ευρώπη. Σύμφωνα με πρόσφατες στατιστικές, οι Έλληνες χρησιμοποιούν αντιβιοτικά πολύ πιο συχνά από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα δημόσιας υγείας και αύξησης της μικροβιακής αντοχής.
Η υπερκατανάλωση αντιβιοτικών συνδέεται με τον κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικών βακτηρίων, τα οποία καθιστούν τη θεραπεία λοιμώξεων δυσκολότερη και πιο επικίνδυνη. Με απλά λόγια, όσο περισσότερα αντιβιοτικά λαμβάνει ο πληθυσμός χωρίς πραγματική ιατρική ανάγκη, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα τα βακτήρια να αναπτύξουν μηχανισμούς αντοχής, καθιστώντας θεραπείες που παλιότερα ήταν αποτελεσματικές σχεδόν άχρηστες.
Οι λόγοι για την υψηλή χρήση αντιβιοτικών στην Ελλάδα είναι πολλαπλοί. Η αυτοθεραπεία, η εύκολη διάθεση φαρμάκων χωρίς ιατρική συνταγή, η πίεση ασθενών προς τους γιατρούς και η έλλειψη ενημέρωσης για τους κινδύνους της υπερκατανάλωσης συνιστούν βασικούς παράγοντες. Παράλληλα, οι γιατροί συχνά συνταγογραφούν αντιβιοτικά προληπτικά ή για ιογενείς λοιμώξεις, όπου η χρήση τους δεν έχει επιστημονική βάση, απλώς για να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των ασθενών.
Οι διεθνείς οργανισμοί υγείας προειδοποιούν ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει «εργαστήριο ανθεκτικών μικροβίων» στην Ευρώπη, αν δεν αλλάξει η κουλτούρα της χρήσης των φαρμάκων. Εκστρατείες ενημέρωσης, περιορισμοί στη διάθεση αντιβιοτικών και αυστηρότερη ιατρική παρακολούθηση προτείνονται ως απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της υπερκατανάλωσης.
Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου δεν είναι απλώς θέμα φαρμάκων, αλλά και κουλτούρας. Ο συνειδητός περιορισμός των αντιβιοτικών και η σωστή χρήση τους μπορούν να σώσουν ζωές και να διατηρήσουν την αποτελεσματικότητά τους για τις επόμενες γενιές. Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει συνήθειες πριν η υπερκατανάλωση μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη απειλή για τη δημόσια υγεία.



