Η απόφαση να μειώσει ή να κόψει κανείς την καφεΐνη δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Πολλοί άνθρωποι που επιχειρούν να σταματήσουν τον καφέ έρχονται αντιμέτωποι με ενοχλητικά συμπτώματα στέρησης: πονοκέφαλο, κόπωση, ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης και υπνηλία. Κάπου εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο ντεκαφεϊνέ καφές. Μπορεί όμως πραγματικά να βοηθήσει;
Καταρχάς, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε κάτι: ο ντεκαφεϊνέ δεν είναι εντελώς χωρίς καφεΐνη. Ανάλογα με τον τρόπο επεξεργασίας και το είδος του καφέ, περιέχει μικρές ποσότητες, συνήθως 2–5 mg καφεΐνης ανά φλιτζάνι, σε σύγκριση με τα 80–100 mg ενός κανονικού καφέ. Αυτή η μικρή δόση, ωστόσο, μπορεί να κάνει διαφορά.
Η στέρηση καφεΐνης προκαλείται επειδή ο εγκέφαλος έχει συνηθίσει στη διεγερτική της δράση. Όταν η καφεΐνη διακοπεί απότομα, τα αγγεία του εγκεφάλου διαστέλλονται, οδηγώντας συχνά σε πονοκέφαλο και αίσθημα βάρους. Ο ντεκαφεϊνέ, χάρη στην ελάχιστη καφεΐνη που περιέχει, μπορεί να λειτουργήσει σαν «γέφυρα» προσαρμογής, μειώνοντας την ένταση αυτών των αντιδράσεων.
Επιπλέον, υπάρχει και ο ψυχολογικός παράγοντας. Η συνήθεια του καφέ δεν είναι μόνο θέμα καφεΐνης, αλλά και τελετουργίας: το άρωμα, η γεύση, το διάλειμμα. Ο ντεκαφεϊνέ επιτρέπει στον εγκέφαλο να διατηρήσει αυτή τη ρουτίνα, κάτι που συχνά μειώνει το άγχος και την αίσθηση στέρησης.
Ωστόσο, δεν αποτελεί πανάκεια. Αν κάποιος καταναλώνει μεγάλες ποσότητες καφεΐνης καθημερινά, τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν έτσι κι αλλιώς, απλώς πιο ήπια. Η πιο αποτελεσματική στρατηγική θεωρείται η σταδιακή μείωση: αντικατάσταση ενός κανονικού καφέ με ντεκαφεϊνέ, έπειτα δύο, μέχρι τον πλήρη περιορισμό.
Συμπερασματικά, ο ντεκαφεϊνέ μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα στέρησης καφεΐνης, κυρίως όταν χρησιμοποιείται έξυπνα και σταδιακά. Δεν «εξαφανίζει» τη στέρηση, αλλά σίγουρα την κάνει πιο υποφερτή.



