Αρκεί να περάσουμε από ένα φωτεινό δωμάτιο σε έναν πιο σκοτεινό χώρο για να αλλάξει το μέγεθος της κόρης του ματιού. Η μεταβολή αυτή γίνεται αυτόματα, χωρίς να χρειάζεται να το σκεφτούμε, και αποτελεί έναν από τους τρόπους με τους οποίους το οπτικό σύστημα προσαρμόζεται στις συνθήκες γύρω μας.
Η κόρη είναι το σκούρο κυκλικό άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας. Μέσα από αυτήν περνά το φως που φτάνει στο εσωτερικό του ματιού. Όταν υπάρχει πολύ φως, η κόρη μικραίνει, περιορίζοντας την ποσότητα του φωτός που εισέρχεται. Όταν το περιβάλλον σκοτεινιάζει, μεγαλώνει ώστε να επιτρέψει την είσοδο περισσότερου φωτός.
Η διαδικασία ελέγχεται από μικρούς μύες της ίριδας. Ο ένας προκαλεί σύσπαση και μικραίνει την κόρη, ενώ ο άλλος συμβάλλει στη διάστασή της. Οι κινήσεις αυτές πραγματοποιούνται μέσω του αυτόνομου νευρικού συστήματος, δηλαδή ενός συστήματος που ρυθμίζει πολλές λειτουργίες χωρίς συνειδητή προσπάθεια.
Το μέγεθος των κορών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το φως. Μπορεί να επηρεαστεί και από την κατάσταση του οργανισμού. Η έντονη συγκέντρωση, η συναισθηματική διέγερση, ο φόβος ή ορισμένα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν προσωρινές αλλαγές.
Η αντίδραση των δύο ματιών συνήθως είναι συντονισμένη. Όταν το ένα μάτι δέχεται έντονο φως, η αντίδραση δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό, αλλά μπορεί να προκαλέσει αλλαγή και στην άλλη κόρη. Πρόκειται για ένα αντανακλαστικό που επιτρέπει στο νευρικό σύστημα να ρυθμίζει γρήγορα την ποσότητα φωτός που φτάνει στα μάτια.
Η προσαρμογή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή ο αμφιβληστροειδής χρειάζεται να λειτουργεί σε ένα τεράστιο εύρος φωτεινότητας, από έναν σκοτεινό χώρο μέχρι μια ηλιόλουστη ημέρα.
Οι κόρες των ματιών, επομένως, δεν είναι απλώς ένα εμφανές χαρακτηριστικό της εμφάνισής μας. Αποτελούν ένα δυναμικό μέρος του οπτικού συστήματος, που μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με το περιβάλλον και την κατάσταση του οργανισμού.



