Ο μυϊκός πόνος της επόμενης ημέρας έχει συγκεκριμένη αιτία

Μετά από μια έντονη προπόνηση ή μια δραστηριότητα που δεν έχουμε συνηθίσει, μπορεί την επόμενη ημέρα να δυσκολευόμαστε ακόμη και να σηκωθούμε από την καρέκλα. Οι μύες αισθάνονται βαρείς, ευαίσθητοι και πονάνε ιδιαίτερα όταν τους χρησιμοποιούμε. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως καθυστερημένος μυϊκός πόνος και συνήθως εμφανίζεται αρκετές ώρες μετά την άσκηση.

Ο πόνος δεν οφείλεται απλώς στο ότι οι μύες «κουράστηκαν». Συνδέεται κυρίως με τη μη συνηθισμένη ή έντονη μυϊκή προσπάθεια, ιδιαίτερα όταν οι μύες συσπώνται ενώ ταυτόχρονα επιμηκύνονται. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν κατεβαίνουμε σκάλες, κάνουμε καθίσματα ή κρατάμε ένα βάρος ενώ το κατεβάζουμε αργά.

Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας δραστηριότητας δημιουργούνται μικροσκοπικές διαταραχές στις μυϊκές ίνες και στους γύρω ιστούς. Δεν πρόκειται συνήθως για σοβαρό τραυματισμό, αλλά για μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού σε μια προσπάθεια μεγαλύτερη από αυτήν που έχει συνηθίσει.

Στη συνέχεια ενεργοποιούνται μηχανισμοί αποκατάστασης. Η περιοχή γίνεται προσωρινά πιο ευαίσθητη και μπορεί να εμφανιστούν πόνος, δυσκαμψία και ευαισθησία στην πίεση ή στην κίνηση. Γι’ αυτό πολλές φορές το σώμα δεν «διαμαρτύρεται» αμέσως μετά την άσκηση, αλλά αρκετές ώρες αργότερα.

Ο πόνος συνήθως γίνεται πιο έντονος μέσα στις πρώτες μία έως τρεις ημέρες και στη συνέχεια υποχωρεί σταδιακά. Η διάρκεια και η έντασή του εξαρτώνται από το είδος της άσκησης, την ένταση και το πόσο συνηθισμένοι είναι οι μύες στη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Είναι επίσης ένας από τους λόγους για τους οποίους μια καινούργια δραστηριότητα μπορεί να μας αφήσει πολύ πιο πιασμένους από μια άσκηση που κάνουμε συστηματικά. Όταν το σώμα προσαρμόζεται, η ίδια προσπάθεια συνήθως προκαλεί μικρότερη ενόχληση.

Η ήπια κίνηση μπορεί να βοηθήσει στην αίσθηση δυσκαμψίας, ενώ η ξεκούραση επιτρέπει στους μυς να ολοκληρώσουν τη διαδικασία αποκατάστασης. Δεν χρειάζεται όμως να προκαλούμε σκόπιμα έντονο πόνο για να θεωρήσουμε ότι μια προπόνηση ήταν αποτελεσματική.

Αντίθετα, ένας πολύ έντονος ή οξύς πόνος, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από σημαντικό πρήξιμο, αδυναμία ή επιμένει ασυνήθιστα, δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στο απλό «πιάσιμο». Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει διαφορετικός τραυματισμός που χρειάζεται αξιολόγηση.

Μοιραστείτε την ανάρτηση::