Το κάπνισμα αποτελεί τον σημαντικότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση και την εξέλιξη πολλών μορφών καρκίνου. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, περισσότεροι από έξι στους δέκα ασθενείς που έχουν ήδη διαγνωστεί με καρκίνο συνεχίζουν να καπνίζουν, παρά τις σοβαρές συστάσεις των γιατρών να το διακόψουν άμεσα. Το εύρημα αυτό προκαλεί ανησυχία στην ιατρική κοινότητα, καθώς η συνέχιση του καπνίσματος όχι μόνο αυξάνει την πιθανότητα υποτροπής της νόσου, αλλά μειώνει και την αποτελεσματικότητα των θεραπειών.
Η επιμονή στη συνήθεια του καπνίσματος συχνά συνδέεται με τον εθιστικό χαρακτήρα της νικοτίνης, την ψυχολογική εξάρτηση, αλλά και το άγχος που προκαλεί η ίδια η διάγνωση. Πολλοί ασθενείς, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, αντιλαμβάνονται το τσιγάρο ως «στήριγμα» σε μια δύσκολη φάση της ζωής τους, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να το εγκαταλείψουν, ακόμη κι αν γνωρίζουν τους κινδύνους.
Οι μελέτες δείχνουν ότι η συνέχιση του καπνίσματος σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης, αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου και περισσότερες παρενέργειες από τη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία. Αντίθετα, όσοι σταματούν να καπνίζουν μετά τη διάγνωση παρουσιάζουν καλύτερη ανταπόκριση στη θεραπεία και βελτίωση της συνολικής τους υγείας.
Η ιατρική κοινότητα τονίζει την ανάγκη για ενίσχυση των προγραμμάτων διακοπής καπνίσματος ειδικά σχεδιασμένων για ογκολογικούς ασθενείς. Υποστήριξη μέσω φαρμακευτικών σκευασμάτων, ψυχολογική συμβουλευτική και ομάδες υποστήριξης μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχούς διακοπής. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η εκπαίδευση των γιατρών ώστε να εντάσσουν συστηματικά τη συμβουλευτική για το κάπνισμα στην ογκολογική φροντίδα.
Το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: ποτέ δεν είναι αργά να σταματήσει κανείς το κάπνισμα. Ακόμη και μετά τη διάγνωση καρκίνου, η διακοπή του μπορεί να κάνει τη διαφορά στην πορεία της νόσου και στην ποιότητα ζωής του ασθενούς.