Πώς η ασπιρίνη προστατεύει από τον καρκίνο

Η ασπιρίνη, γνωστή κυρίως για τις αντιφλεγμονώδεις και αντιθρομβωτικές της ιδιότητες, έχει προσελκύσει τα τελευταία χρόνια την προσοχή των ερευνητών για την πιθανή προστατευτική της δράση κατά του καρκίνου. Παρόλο που η χρήση της ως αντικαρκινικό μέσο δεν είναι ακόμη επίσημα καθιερωμένη, πλήθος μελετών υποδεικνύουν ότι μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων τύπων καρκίνου και να επιβραδύνει την ανάπτυξή τους.

Η δράση της ασπιρίνης κατά του καρκίνου

Η ασπιρίνη δρα μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης (COX), ενός ενζύμου που εμπλέκεται στη φλεγμονώδη απόκριση. Η χρόνια φλεγμονή έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση και την εξέλιξη πολλών καρκίνων, όπως του παχέος εντέρου, του στομάχου και του οισοφάγου. Με την αναστολή της COX, η ασπιρίνη μειώνει τη φλεγμονή, προστατεύοντας έτσι τα κύτταρα από βλάβες που μπορεί να οδηγήσουν σε καρκινικές μεταλλάξεις.

Επιπλέον, η ασπιρίνη επηρεάζει τη δημιουργία αιμοφόρων αγγείων που τροφοδοτούν τους όγκους (αγγειογένεση), ενώ φαίνεται να έχει και αντιαιμοπεταλιακή δράση που αποτρέπει τη μετάσταση των καρκινικών κυττάρων μέσω του αίματος.

Επιστημονικές ενδείξεις

Πολλαπλές μελέτες έχουν δείξει τη σχέση μεταξύ μακροχρόνιας χρήσης χαμηλής δόσης ασπιρίνης και μειωμένου κινδύνου για συγκεκριμένους καρκίνους. Η πιο ισχυρή σύνδεση παρατηρείται στον καρκίνο του παχέος εντέρου, όπου η χρήση ασπιρίνης έχει συσχετιστεί με μείωση του κινδύνου έως και 40%. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις για προστατευτική δράση έναντι καρκίνου του στομάχου και του οισοφάγου.

Κίνδυνοι και προφυλάξεις

Παρότι η ασπιρίνη προσφέρει οφέλη, η παρατεταμένη χρήση της μπορεί να έχει παρενέργειες, όπως γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκη. Γι’ αυτό, η χρήση της για την πρόληψη του καρκίνου πρέπει να γίνεται μόνο κατόπιν ιατρικής συμβουλής, ειδικά σε άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες για αιμορραγίες.

Συμπέρασμα

Η ασπιρίνη φαίνεται να έχει σημαντική προοπτική στην πρόληψη ορισμένων τύπων καρκίνου, κυρίως μέσω της αντιφλεγμονώδους δράσης της. Ωστόσο, η χρήση της για αυτόν τον σκοπό απαιτεί περαιτέρω έρευνα και εξατομικευμένη ιατρική καθοδήγηση.

Μοιραστείτε την ανάρτηση::