Η ανάγκη για ούρηση δεν εμφανίζεται τυχαία. Ο οργανισμός διαθέτει ένα πολύπλοκο σύστημα αισθητήρων και νευρικών σημάτων που ενημερώνει τον εγκέφαλο όταν η ουροδόχος κύστη γεμίζει.
Η ουροδόχος κύστη είναι ένας μυώδης σάκος που αποθηκεύει προσωρινά τα ούρα. Καθώς γεμίζει, τα τοιχώματά της διατείνονται. Σε αυτά υπάρχουν νευρικές απολήξεις που αντιλαμβάνονται τη διάταση.
Τα σήματα μεταφέρονται μέσω νεύρων προς τον νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο. Έτσι δημιουργείται σταδιακά η αίσθηση ότι χρειάζεται να επισκεφθούμε την τουαλέτα.
Η διαδικασία, όμως, δεν είναι απλώς ένα αυτόματο αντανακλαστικό. Ο εγκέφαλος μπορεί να συμμετέχει στον έλεγχο της ούρησης. Αυτό μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε την ανάγκη και, σε φυσιολογικές συνθήκες, να αναβάλλουμε προσωρινά την ούρηση μέχρι να βρούμε κατάλληλο χώρο.
Καθώς η κύστη γεμίζει περισσότερο, η αίσθηση της ανάγκης μπορεί να γίνεται εντονότερη. Τότε ενεργοποιούνται μηχανισμοί που τελικά οδηγούν στη σύσπαση του μυός της κύστης και στη χαλάρωση των κατάλληλων σφιγκτήρων, ώστε να αποβληθούν τα ούρα.
Η ικανότητα να συνδυάζεται η αυτόματη λειτουργία της κύστης με τον συνειδητό έλεγχο είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του περιφερικού και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται καθημερινά χωρίς να χρειάζεται να τη σκεφτόμαστε. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το σώμα μετατρέπει μια απλή μηχανική αλλαγή —τη διάταση της κύστης— σε ένα συνειδητό αίσθημα και στη συνέχεια σε μια ελεγχόμενη πράξη.



