Η φαρμακευτική κάνναβη αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο έντονου επιστημονικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος, καθώς αξιοποιείται για την ανακούφιση συμπτωμάτων σε συγκεκριμένες παθήσεις. Σε αντίθεση με την ψυχαγωγική χρήση, η φαρμακευτική κάνναβη χορηγείται με ιατρική συνταγή, σε ελεγχόμενες δόσεις και μορφές, όπως έλαια, κάψουλες ή εισπνεόμενα σκευάσματα, και μόνο όταν υπάρχει σαφής θεραπευτική ένδειξη.
Μία από τις βασικές περιπτώσεις χορήγησης είναι ο χρόνιος πόνος, ιδιαίτερα όταν δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα συμβατικά αναλγητικά. Ασθενείς με νευροπαθητικό πόνο, ρευματολογικές παθήσεις ή πόνο που σχετίζεται με καρκίνο έχουν αναφέρει βελτίωση της ποιότητας ζωής με τη χρήση φαρμακευτικής κάνναβης, κυρίως λόγω των αναλγητικών και μυοχαλαρωτικών ιδιοτήτων της.
Σημαντική είναι και η χρήση της σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας. Η φαρμακευτική κάνναβη μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της μυϊκής σπαστικότητας, των επώδυνων σπασμών και της δυσκαμψίας, συμπτώματα που συχνά δυσκολεύουν την καθημερινότητα των ασθενών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συμβάλλει και στη βελτίωση του ύπνου.
Επιπλέον, χορηγείται σε ογκολογικούς ασθενείς για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία, καθώς και για την τόνωση της όρεξης σε περιπτώσεις σοβαρής απώλειας βάρους. Τα κανναβινοειδή έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμα όταν οι κλασικές θεραπείες δεν αποδίδουν.
Άλλες ενδείξεις περιλαμβάνουν ορισμένες μορφές επιληψίας ανθεκτικής στη θεραπεία, κυρίως στην παιδική ηλικία, καθώς και διαταραχές όπως το σύνδρομο Tourette. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χρήση γίνεται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση.
Παρά τα οφέλη της, η φαρμακευτική κάνναβη δεν είναι κατάλληλη για όλους. Ενδέχεται να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, υπνηλία ή ψυχολογικές μεταβολές. Για τον λόγο αυτό, η χορήγησή της πρέπει να γίνεται μόνο μετά από αξιολόγηση από ειδικό ιατρό και στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης θεραπευτικής προσέγγισης.



