Όταν περνούν πολλές ώρες χωρίς φαγητό, το σώμα δεν σταματά να λειτουργεί ούτε «μένει χωρίς ενέργεια» απότομα. Αντίθετα, ενεργοποιεί μια σειρά από μηχανισμούς που εξασφαλίζουν ότι ο εγκέφαλος, οι μύες και τα υπόλοιπα όργανα θα συνεχίσουν να έχουν διαθέσιμο καύσιμο. Το τι ακριβώς συμβαίνει εξαρτάται από τη διάρκεια της αποχής από το φαγητό, τη φυσική δραστηριότητα και την κατάσταση της υγείας κάθε ανθρώπου.
Αρχικά, ο οργανισμός χρησιμοποιεί τη γλυκόζη που κυκλοφορεί στο αίμα και στη συνέχεια στρέφεται στα αποθέματα γλυκογόνου, κυρίως στο ήπαρ. Το γλυκογόνο λειτουργεί σαν μια γρήγορα διαθέσιμη αποθήκη ενέργειας και βοηθά στη διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης μεταξύ των γευμάτων.
Όσο περνούν περισσότερες ώρες, τα αποθέματα γλυκογόνου μειώνονται και ο οργανισμός αρχίζει να αξιοποιεί περισσότερο το αποθηκευμένο λίπος. Το ήπαρ παράγει επίσης κετονικά σώματα από λιπαρά οξέα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ενέργειας, ιδιαίτερα όταν η αποχή από το φαγητό παρατείνεται.
Παράλληλα, αλλάζουν τα επίπεδα ορισμένων ορμονών. Η ινσουλίνη μειώνεται, ενώ άλλες ορμονικές και μεταβολικές διεργασίες ενισχύονται ώστε να απελευθερωθεί ενέργεια από τις αποθήκες του οργανισμού. Αυτός είναι ένας φυσιολογικός μηχανισμός που επιτρέπει στο σώμα να προσαρμόζεται στις περιόδους χωρίς πρόσληψη τροφής.
Μερικοί άνθρωποι μπορεί να αισθανθούν πείνα, αδυναμία, εκνευρισμό, πονοκέφαλο ή δυσκολία συγκέντρωσης. Δεν αντιδρούν όμως όλοι με τον ίδιο τρόπο. Η αίσθηση της πείνας επηρεάζεται από τις συνήθειες, τη σύνθεση των προηγούμενων γευμάτων, τη σωματική δραστηριότητα και πολλούς άλλους παράγοντες.
Όταν η αποχή από το φαγητό συνεχίζεται για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το σώμα προσαρμόζεται ακόμη περισσότερο στη χρήση του λίπους και των κετονών. Παράλληλα, όμως, αυξάνεται η ανάγκη να προστατευτούν οι απαραίτητες πρωτεΐνες και οι λειτουργίες των ζωτικών οργάνων.
Το να μείνει κάποιος μερικές ώρες χωρίς φαγητό είναι φυσιολογικό και αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να τρώμε συνεχώς για να διατηρούμε σταθερή ενέργεια. Ωστόσο, η παρατεταμένη νηστεία δεν είναι κατάλληλη για όλους, ιδιαίτερα για άτομα με συγκεκριμένα προβλήματα υγείας ή για όσους λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν το σάκχαρο.
Επομένως, όταν καθυστερεί ένα γεύμα, το σώμα δεν «καταρρέει». Απλώς αλλάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα καύσιμα, περνώντας από την άμεση χρήση της γλυκόζης στην αξιοποίηση των αποθηκευμένων ενεργειακών αποθεμάτων.



