Το τρίξιμο των δοντιών, γνωστό και ως βρουξισμός, είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο που εκδηλώνεται συνήθως κατά τη διάρκεια του ύπνου, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πρόκειται για μια ακούσια σύσπαση των μυών της γνάθου που οδηγεί στο τρίξιμο ή στο σφίξιμο των δοντιών και μπορεί να προκαλέσει φθορές στα δόντια, πόνο στους μύες της γνάθου, πονοκεφάλους και ακόμη προβλήματα στην κροταφογναθική άρθρωση.
Οι αιτίες του βρουξισμού είναι ποικίλες και πολλές φορές πολυπαραγοντικές. Το στρες και το άγχος θεωρούνται από τους βασικότερους παράγοντες που πυροδοτούν το τρίξιμο των δοντιών, καθώς η υπερδιέγερση του νευρικού συστήματος κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να συνεχιστεί και στον ύπνο. Ωστόσο, έρευνες έχουν δείξει ότι ο βρουξισμός μπορεί να σχετίζεται και με συγκεκριμένες διαταραχές της ψυχικής ή σωματικής υγείας.
Μία από τις πιο συχνές συνδέσεις είναι με την αϋπνία και άλλες διαταραχές ύπνου, όπως η αποφρακτική άπνοια. Άτομα που υποφέρουν από διακοπτόμενο ύπνο ή δυσκολία στον ύπνο εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα βρουξισμού, πιθανώς λόγω της προσπάθειας του οργανισμού να αντιμετωπίσει τη μειωμένη ποιότητα ύπνου. Επίσης, η διαταραχή άγχους και η κατάθλιψη έχουν συνδεθεί με αυξημένη εμφάνιση τρίξιμου δοντιών, καθώς οι ψυχολογικές εντάσεις μεταφέρονται στην ένταση των μυών της γνάθου.
Ορισμένες νευρολογικές ή φαρμακευτικές καταστάσεις μπορούν επίσης να συμβάλλουν στον βρουξισμό. Φάρμακα όπως οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) έχουν αναφερθεί ότι μπορούν να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν το τρίξιμο δοντιών, ενώ νευρολογικές διαταραχές όπως η νόσος του Πάρκινσον ή η δυστονία μπορούν να προκαλέσουν ανεξέλεγκτες συσπάσεις των μυών της γνάθου.
Η αντιμετώπιση του βρουξισμού περιλαμβάνει τόσο την πρόληψη των επιπτώσεων στα δόντια με νάρθηκες νυκτός, όσο και τη διαχείριση των υποκείμενων αιτιών. Τεχνικές χαλάρωσης, ψυχοθεραπεία για το άγχος, βελτίωση της ποιότητας ύπνου και παρακολούθηση από οδοντίατρο ή νευρολόγο αποτελούν τα βασικά εργαλεία για τον έλεγχο και τη μείωση των συμπτωμάτων.
Η αναγνώριση της σύνδεσης μεταξύ τρίξιμου δοντιών και υποκείμενων διαταραχών μπορεί να προστατεύσει τόσο την οδοντική υγεία όσο και τη γενική ποιότητα ζωής.



