Οι καρδιολόγοι στην Ευρώπη προειδοποιούν ότι η εικόνα για την καρδιαγγειακή υγεία των πολιτών παραμένει ανησυχητική, παρά τις ιατρικές προόδους των τελευταίων δεκαετιών. Οι καρδιαγγειακές παθήσεις εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου στην Ευρώπη, ευθύνονται για περίπου το 40% έως 45% των συνολικών θανάτων και επηρεάζουν δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρη την ήπειρο.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, παρότι έχει σημειωθεί σημαντική μείωση της θνησιμότητας σε αρκετές χώρες, η πρόοδος αυτή έχει αρχίσει να επιβραδύνεται τα τελευταία χρόνια. Παράγοντες όπως η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, η κακή διατροφή και το χρόνιο στρες συμβάλλουν στην αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ιδιαίτερα στους νεότερους ενήλικες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η γεωγραφική ανισότητα εντός της Ευρώπης. Οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη, όπου η πρόσβαση σε πρόληψη και σύγχρονες θεραπείες είναι πιο εκτεταμένη.
Οι καρδιολόγοι τονίζουν επίσης ότι μεγάλο μέρος των καρδιαγγειακών νοσημάτων συνδέεται με τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως η υπέρταση, η υψηλή χοληστερόλη, το κάπνισμα και η έλλειψη άσκησης. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό των περιστατικών θα μπορούσε να προληφθεί με αλλαγές στον τρόπο ζωής και καλύτερες πολιτικές δημόσιας υγείας.
Την ίδια ώρα, η γήρανση του πληθυσμού της Ευρώπης αναμένεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα συστήματα υγείας, καθώς οι ηλικιωμένοι διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς πιο αποφασιστικές παρεμβάσεις στην πρόληψη, η πίεση στα νοσοκομεία και στις μονάδες εντατικής θεραπείας θα αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Οι καρδιολόγοι καταλήγουν ότι η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί συνδυασμό πολιτικών υγείας, εκπαίδευσης του πληθυσμού και ενίσχυσης της πρόληψης, ώστε να ανακοπεί μια τάση που χαρακτηρίζουν «σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνη» για το μέλλον της δημόσιας υγείας στην Ευρώπη.



