Οι μυϊκές κράμπες είναι ξαφνικές, ακούσιες και συνήθως επώδυνες συσπάσεις ενός μυός. Μπορούν να εμφανιστούν σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή, όμως είναι ιδιαίτερα συχνές στα πόδια, στις γάμπες και στα πέλματα. Μερικές φορές διαρκούν μόλις λίγα δευτερόλεπτα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο πόνος και η δυσκαμψία μπορεί να επιμείνουν για αρκετά λεπτά.
Μία από τις συχνότερες αιτίες είναι η έντονη ή παρατεταμένη σωματική προσπάθεια. Όταν ένας μυς δουλεύει για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα αν δεν έχει συνηθίσει την άσκηση, μπορεί να κουραστεί και να παρουσιάσει ακούσια σύσπαση. Αυτό εξηγεί γιατί οι κράμπες εμφανίζονται συχνά μετά από έντονο τρέξιμο, ποδηλασία, κολύμπι ή γυμναστική.
Η αφυδάτωση μπορεί επίσης να συμβάλει στην εμφάνιση κραμπών, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από έντονη εφίδρωση. Με τον ιδρώτα χάνονται υγρά και ηλεκτρολύτες, όπως νάτριο και άλλα απαραίτητα μέταλλα. Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στις κράμπες και στους ηλεκτρολύτες είναι πιο σύνθετη και δεν σημαίνει ότι κάθε κράμπα οφείλεται απλώς σε έλλειψη κάποιου συγκεκριμένου μετάλλου.
Ρόλο μπορεί να παίζει και η παραμονή του σώματος στην ίδια θέση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πολύωρη ορθοστασία, το κάθισμα ή ορισμένες κινήσεις που επιβαρύνουν συγκεκριμένους μυς μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα μιας επώδυνης σύσπασης. Οι κράμπες μπορεί επίσης να εμφανίζονται τη νύχτα, όταν οι μύες των ποδιών συσπώνται ξαφνικά κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Κατά τη διάρκεια μιας κράμπας, ο μυς σκληραίνει και μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος. Η ήπια διάταση και το απαλό μασάζ της περιοχής συχνά βοηθούν τον μυ να χαλαρώσει. Η σταδιακή ενυδάτωση είναι επίσης χρήσιμη, ιδιαίτερα όταν έχει προηγηθεί έντονη άσκηση ή μεγάλη απώλεια υγρών.
Για την πρόληψη μπορούν να βοηθήσουν η επαρκής πρόσληψη υγρών, η σταδιακή αύξηση της έντασης της άσκησης και οι ήπιες διατάσεις. Είναι σημαντικό, όμως, να μην αποδίδουμε όλες τις κράμπες στην αφυδάτωση ή στην έλλειψη ηλεκτρολυτών.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι μυϊκές κράμπες είναι προσωρινές και ακίνδυνες. Αν όμως εμφανίζονται πολύ συχνά, είναι ιδιαίτερα έντονες ή συνοδεύονται από πρήξιμο, αδυναμία ή άλλα επίμονα συμπτώματα, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση ώστε να αποκλειστεί κάποια υποκείμενη αιτία.



