Όταν έχουμε συνάχι, δεν αλλάζει μόνο η αναπνοή μας. Συχνά αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο ακούγεται η φωνή μας, η οποία μπορεί να γίνει πιο «βουλωμένη», βαριά ή ρινική. Η αλλαγή αυτή οφείλεται κυρίως στη συμφόρηση της μύτης και στις μεταβολές που προκαλεί η φλεγμονή στους αεραγωγούς και στους ιστούς που συμμετέχουν στην παραγωγή της φωνής.
Για να παραχθεί η φωνή, ο αέρας που βγαίνει από τους πνεύμονες περνά από τον λάρυγγα, όπου βρίσκονται οι φωνητικές χορδές. Οι χορδές δονούνται και δημιουργούν τον αρχικό ήχο. Στη συνέχεια, ο ήχος διαμορφώνεται καθώς περνά από τον φάρυγγα, το στόμα και τη ρινική κοιλότητα. Το σχήμα και ο χώρος αυτών των κοιλοτήτων λειτουργούν σαν ένα φυσικό σύστημα αντήχησης.
Όταν έχουμε συνάχι, ο βλεννογόνος της μύτης φλεγμαίνει και διογκώνεται, ενώ παράλληλα αυξάνεται η παραγωγή βλέννας. Η ρινική κοιλότητα στενεύει και η φυσιολογική ροή του αέρα περιορίζεται. Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ήχος αντηχεί στο κεφάλι και στο στόμα, με αποτέλεσμα η φωνή να ακούγεται διαφορετική.
Χαρακτηριστικό είναι το λεγόμενο «βουλωμένο» άκουσμα. Όταν η μύτη είναι πολύ κλειστή, ο αέρας δεν μπορεί να κινηθεί φυσιολογικά μέσα από τη ρινική κοιλότητα κατά την ομιλία. Έτσι μειώνεται η ρινική αντήχηση ορισμένων ήχων και η φωνή αποκτά πιο κλειστό και «βαρύ» χαρακτήρα.
Το συνάχι μπορεί επίσης να επηρεάσει τον λαιμό και τον λάρυγγα. Η βλέννα μπορεί να κατεβαίνει προς τον φάρυγγα, προκαλώντας ερεθισμό και συχνό καθάρισμα του λαιμού. Αν υπάρχει φλεγμονή στην περιοχή του λάρυγγα, οι φωνητικές χορδές μπορεί να διογκωθούν ελαφρά και η φωνή να γίνει πιο βραχνή ή τραχιά.
Η αναπνοή από το στόμα αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα. Όταν η μύτη είναι βουλωμένη, αναπνέουμε συχνότερα από το στόμα, γεγονός που μπορεί να ξηράνει τον λαιμό και να επηρεάσει προσωρινά την άνεση και την ποιότητα της φωνής.
Η αλλαγή στη φωνή είναι συνήθως προσωρινή. Καθώς υποχωρεί η φλεγμονή, μειώνεται η συμφόρηση και αποκαθίσταται η φυσιολογική λειτουργία της μύτης και του λαιμού, η φωνή επιστρέφει σταδιακά στον συνηθισμένο της ήχο.
Για να προστατεύσουμε τη φωνή κατά τη διάρκεια ενός κρυολογήματος, βοηθούν η επαρκής ενυδάτωση, η ξεκούραση της φωνής και η αποφυγή του καπνίσματος. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τη φωνή όταν ο λαιμός είναι ερεθισμένος.
Αν η βραχνάδα ή η αλλαγή στη φωνή επιμένει για αρκετές εβδομάδες μετά την υποχώρηση του κρυολογήματος, είναι καλό να αξιολογηθεί από γιατρό, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από πόνο ή δυσκολία στην αναπνοή ή την κατάποση.
Με λίγα λόγια, η φωνή μας αλλάζει όταν έχουμε συνάχι επειδή η βουλωμένη μύτη αλλάζει την αντήχηση του ήχου, ενώ η φλεγμονή και ο ερεθισμός του λαιμού μπορούν να επηρεάσουν επιπλέον τις φωνητικές χορδές. Γι’ αυτό η φωνή μας μπορεί να ακούγεται ξαφνικά πιο βαριά, βραχνή ή «κλειστή».



