Όταν μαθαίνουμε μια νέα δεξιότητα, ο εγκέφαλος δεν αποθηκεύει απλώς νέες πληροφορίες. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και επικοινωνούν μεταξύ τους τα νευρικά κύτταρα. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται νευροπλαστικότητα και αποτελεί τη βάση της μάθησης.
Στην αρχή, η εκμάθηση μιας δεξιότητας απαιτεί μεγάλη συγκέντρωση. Ο εγκέφαλος πρέπει να επεξεργαστεί πολλές νέες πληροφορίες και να αποφασίσει ποιες κινήσεις ή ενέργειες είναι απαραίτητες. Για παράδειγμα, όταν κάποιος μαθαίνει ποδήλατο, πρέπει αρχικά να συντονίσει την ισορροπία, την κίνηση των ποδιών, την κατεύθυνση και την ταχύτητα. Περιοχές όπως ο κινητικός φλοιός, η παρεγκεφαλίδα και τα βασικά γάγγλια συνεργάζονται για να οργανώσουν αυτή τη διαδικασία.
Με την επανάληψη, οι συνδέσεις ανάμεσα στους νευρώνες που συμμετέχουν στη συγκεκριμένη δεξιότητα ενισχύονται. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες μορφές νευροπλαστικότητας. Όσο περισσότερο εξασκούμαστε, τόσο πιο αποτελεσματικά μεταδίδονται ορισμένα νευρικά σήματα και τόσο λιγότερη συνειδητή προσπάθεια χρειάζεται για να εκτελέσουμε την ίδια ενέργεια.
Αυτό εξηγεί γιατί μια δραστηριότητα που αρχικά φαίνεται δύσκολη μπορεί, έπειτα από αρκετή εξάσκηση, να γίνεται σχεδόν αυτόματα. Ο εγκέφαλος δημιουργεί και βελτιώνει ένα είδος «νευρικού μονοπατιού» για τη συγκεκριμένη δεξιότητα. Δεν σημαίνει ότι η διαδικασία γίνεται εντελώς μηχανικά, αλλά ότι μειώνεται η ανάγκη για συνεχή συνειδητή καθοδήγηση.
Σημαντικό ρόλο παίζει και ο ύπνος. Κατά τη διάρκεια του ύπνου ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και σταθεροποιεί μέρος όσων μάθαμε μέσα στην ημέρα. Γι’ αυτό μετά από έναν καλό ύπνο μια καινούργια δεξιότητα μπορεί να φαίνεται ευκολότερη ή πιο φυσική.
Η μάθηση, επομένως, είναι μια δυναμική διαδικασία. Κάθε φορά που εξασκούμαστε, ο εγκέφαλος προσαρμόζεται, ενισχύει χρήσιμες συνδέσεις και βελτιώνει τον συντονισμό μεταξύ διαφορετικών περιοχών. Η επανάληψη, η σωστή εξάσκηση και η ξεκούραση συνεργάζονται ώστε μια νέα δεξιότητα να μετατρέπεται σταδιακά από δύσκολη προσπάθεια σε σχεδόν αυτόματη ικανότητα.



