Η νικοτίνη, η κύρια ουσία που βρίσκεται στον καπνό και τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα όταν καταναλωθεί σε υπερβολικές ποσότητες. Η κατάσταση αυτή είναι γνωστή ως Nic-sick, δηλαδή υπερδοσολογία νικοτίνης, και αποτελεί ένα φαινόμενο που μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε καπνιστές όσο και σε χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων, ειδικά όταν γίνεται λανθασμένη χρήση υγρών αναπλήρωσης ή προϊόντων υψηλής συγκέντρωσης νικοτίνης.
Η νικοτίνη δρα ως διεγερτικό του νευρικού συστήματος και σε μικρές δόσεις προκαλεί αίσθημα εγρήγορσης, ευφορία και χαλάρωση. Ωστόσο, σε υψηλές δόσεις, η υπερδιέγερση των νευρικών κυττάρων οδηγεί σε τοξικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να εμφανιστούν γρήγορα και να επηρεάσουν ολόκληρο τον οργανισμό. Τα πρώιμα σημάδια της Nic-sick περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, ζάλη, πονοκέφαλο, ταχυκαρδία και εφίδρωση. Συχνά συνοδεύονται από τρεμούλα, άγχος ή αίσθημα αδυναμίας, γεγονός που υποδηλώνει την υπερδιέγερση του νευρικού συστήματος.
Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, η υπερδοσολογία νικοτίνης μπορεί να προκαλέσει υπέρταση, ταχυκαρδία, δύσπνοια, σπασμούς ή ακόμη και απώλεια συνείδησης. Η Nic-sick μπορεί να προκληθεί από την κατάποση υγρών νικοτίνης, την ταυτόχρονη χρήση πολλαπλών προϊόντων νικοτίνης ή τη λανθασμένη χρήση υψηλής συγκέντρωσης υγρών αναπλήρωσης στα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Τα παιδιά και οι νεότεροι χρήστες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι, καθώς ακόμη και μικρές ποσότητες νικοτίνης μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά συμπτώματα.
Η αντιμετώπιση της Nic-sick εξαρτάται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Σε ήπιες περιπτώσεις, βοηθά η διακοπή της έκθεσης στη νικοτίνη, η λήψη υγρών και η ξεκούραση. Σε σοβαρές περιπτώσεις απαιτείται άμεση ιατρική βοήθεια, καθώς μπορεί να χρειαστεί παρακολούθηση καρδιοαναπνευστικών λειτουργιών ή χορήγηση ειδικής θεραπείας.
Η πρόληψη είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας: η προσεκτική χρήση προϊόντων νικοτίνης, η τήρηση οδηγιών και η αποθήκευση μακριά από παιδιά μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο Nic-sick. Η ενημέρωση για τα συμπτώματα και η έγκαιρη αναγνώρισή τους είναι κρίσιμη, καθώς η υπερδοσολογία νικοτίνης μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα σε σοβαρή κατάσταση.



