Η ενδομητρίωση αποτελεί μια χρόνια γυναικολογική πάθηση που επηρεάζει περίπου το 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως. Χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη ιστού, παρόμοιου με το ενδομήτριο, εκτός της μήτρας, προκαλώντας συχνά έντονο πόνο, δυσμηνόρροια, υπογονιμότητα και άλλες επιπλοκές. Παρά τη συχνότητά της, η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει κατά μέσο όρο 7–10 χρόνια από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων.
Μια πρόσφατη έρευνα αναδεικνύει συγκεκριμένους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Κορίτσια που εμφανίζουν έντονες και επαναλαμβανόμενες κράμπες κατά την έμμηνο ρύση, ιδιαίτερα από νεαρή ηλικία, φαίνεται να βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο. Η κληρονομικότητα παίζει επίσης σημαντικό ρόλο: αν μια μητέρα ή αδελφή έχει διαγνωστεί με ενδομητρίωση, η πιθανότητα για το κορίτσι να αναπτύξει τη νόσο είναι σημαντικά αυξημένη.
Επιπλέον, η έρευνα δείχνει ότι τα κορίτσια με καθυστερημένη πρώτη έμμηνο ρύση ή παρατεταμένη διάρκεια περιόδου, όπως και εκείνα με μικρά διαλείμματα μεταξύ των κύκλων, εμφανίζουν συχνότερα συμπτώματα ενδομητρίωσης. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η έκθεση σε ορισμένες χημικές ουσίες ή ενδοκρινικούς διαταράκτες, φαίνεται επίσης να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης της πάθησης.
Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων είναι κρίσιμη. Συχνά, τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες αποδίδουν τον έντονο πόνο σε «κανονικές περιόδους» και καθυστερούν να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Οι γυναικολόγοι τονίζουν ότι κάθε επίμονος πόνος κατά την έμμηνο ρύση, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από κόπωση, ναυτία ή προβλήματα γονιμότητας, πρέπει να αξιολογείται άμεσα.
Η έρευνα υπογραμμίζει την ανάγκη για ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των νέων γυναικών και των οικογενειών τους. Η ενημέρωση για τους παράγοντες κινδύνου, η παρακολούθηση των συμπτωμάτων και η τακτική επίσκεψη στον γυναικολόγο μπορούν να οδηγήσουν σε έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική αντιμετώπιση, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής και μειώνοντας τις επιπλοκές της ενδομητρίωσης.



