Μια πρόσφατη επιστημονική έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους που κρύβει το κάπνισμα, αυτή τη φορά σε σχέση με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Σύμφωνα με τη μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε σε περισσότερους από 500.000 συμμετέχοντες και δημοσιεύτηκε σε κορυφαίο ιατρικό περιοδικό, το κάπνισμα φαίνεται να αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου, ιδιαίτερα σε άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν ανθρώπους για πάνω από δέκα χρόνια, εξετάζοντας τις συνήθειες καπνίσματος, την υγεία του εγκεφάλου τους και τυχόν διαγνωσμένες νευροεκφυλιστικές παθήσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι καπνιστές έχουν έως και 40% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με όσους δεν έχουν καπνίσει ποτέ. Ο κίνδυνος αυξάνεται ανάλογα με τα χρόνια καπνίσματος και τον αριθμό τσιγάρων ημερησίως, ενώ η διακοπή του καπνίσματος μειώνει σταδιακά τον κίνδυνο, ιδίως όταν γίνεται σε νεαρή ηλικία.
Η εξήγηση πίσω από αυτό το φαινόμενο σχετίζεται με την επίδραση των τοξικών ουσιών του καπνού στα αγγεία και τα νευρικά κύτταρα. Το κάπνισμα προκαλεί φλεγμονές, μειώνει την παροχή οξυγόνου στον εγκέφαλο και επιταχύνει τη συσσώρευση αμυλοειδών πλακών, οι οποίες θεωρούνται βασικός παράγοντας στην ανάπτυξη της νόσου. Επιπλέον, συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων και διαβήτη, καταστάσεις που επίσης ενισχύουν τον κίνδυνο άνοιας.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα αυτά είναι ακόμη ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της διακοπής του καπνίσματος, όχι μόνο για την προστασία των πνευμόνων και της καρδιάς, αλλά και της γνωστικής υγείας. Ειδικά σε μια εποχή που το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται και η άνοια αποτελεί μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας, η πρόληψη μέσω της αλλαγής καθημερινών συνηθειών είναι καθοριστική.
Με λίγα λόγια, η έρευνα στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: το κάπνισμα δεν είναι απλώς μια βλαβερή συνήθεια· είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει το πώς θα γερνάμε – και πόσο καθαρό μυαλό θα έχουμε στις μεγαλύτερες ηλικίες.