Το περπάτημα σε έναν καλά φωτισμένο χώρο μοιάζει αυτονόητο, όμως η διαδικασία απαιτεί τη συνεργασία πολλών συστημάτων του οργανισμού. Η όραση, το έσω αυτί, οι μύες και οι αρθρώσεις παρέχουν συνεχώς πληροφορίες στον εγκέφαλο σχετικά με τη θέση του σώματος.
Όταν περπατάμε στο σκοτάδι, η οπτική πληροφορία μειώνεται σημαντικά. Ο εγκέφαλος πρέπει τότε να βασιστεί περισσότερο στα σήματα που προέρχονται από το αιθουσαίο σύστημα του έσω αυτιού και από τους υποδοχείς που βρίσκονται στους μύες και στις αρθρώσεις.
Η απουσία οπτικών σημείων αναφοράς μπορεί να κάνει τον προσανατολισμό δυσκολότερο. Μπορεί να αισθανθούμε ότι δεν πατάμε τόσο σταθερά, να κάνουμε μικρότερα βήματα ή να χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο για να αντιληφθούμε τη θέση του σώματός μας.
Αυτό εξηγεί και γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται πολύ πιο σταθερός όταν περπατά σε ένα φωτεινό δωμάτιο από ό,τι σε έναν εντελώς σκοτεινό διάδρομο. Το σώμα δεν έχει ξαφνικά χάσει την ικανότητά του να ισορροπεί· απλώς έχει λιγότερες πληροφορίες για να επεξεργαστεί.
Για τον ίδιο λόγο, ο κίνδυνος παραπατήματος αυξάνεται σε χώρους με χαμηλό φωτισμό, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν σκαλοπάτια ή αντικείμενα στο πάτωμα.
Ένα καλό επίπεδο φωτισμού στους διαδρόμους, στις σκάλες και στα σημεία που χρησιμοποιούνται τη νύχτα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο πτώσης. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει έντονο φως παντού· ακόμη και ένας διακριτικός φωτισμός μπορεί να προσφέρει σημαντικά οπτικά σημεία αναφοράς.
Η ισορροπία, επομένως, δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο μηχανισμού. Είναι προϊόν συνεργασίας πολλών συστημάτων και το σκοτάδι δείχνει πόσο σημαντική είναι η πληροφορία που δίνει η όραση στον εγκέφαλο.



