Ο ύπνος αποτελεί βασικό παράγοντα για τη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, και η ποιότητα και η ποσότητα του ύπνου επηρεάζουν άμεσα την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε λοιμώξεις. Πειραματικές και επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι τόσο ο πολύ λίγος ύπνος όσο και ο υπερβολικός ύπνος συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο προσβολής από ιούς και βακτήρια.
Η έλλειψη ύπνου μειώνει την παραγωγή κυττάρων και πρωτεϊνών που καταπολεμούν τα μικρόβια, όπως τα Τ-λεμφοκύτταρα και οι κυτοκίνες. Αυτό σημαίνει ότι ο οργανισμός δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει παθογόνους μικροοργανισμούς, καθιστώντας τα άτομα πιο ευάλωτα σε κοινές λοιμώξεις, όπως η γρίπη, τα κρυολογήματα και άλλες αναπνευστικές παθήσεις. Ακόμα και σύντομες περίοδοι κακής ποιότητας ύπνου μπορούν να μειώσουν την ανοσολογική απόκριση, καθιστώντας τον οργανισμό λιγότερο αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση λοιμώξεων.
Παράλληλα, ο υπερβολικός ύπνος – πάνω από 9 ή 10 ώρες καθημερινά – συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο φλεγμονής και διαταραχής του φυσιολογικού ρυθμού του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η υπερβολική ανάπαυση μπορεί να επηρεάσει τον κιρκάδιο ρυθμό, τον κύκλο ύπνου-αφύπνισης και την παραγωγή αντισωμάτων, καθιστώντας τον οργανισμό λιγότερο ικανό να αντιδράσει σε λοιμώξεις.
Η ιδανική διάρκεια ύπνου για την ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού κυμαίνεται μεταξύ 7 και 9 ωρών καθημερινά για τους περισσότερους ενήλικες. Συνιστάται, επίσης, η διατήρηση τακτικού προγράμματος ύπνου, η αποφυγή ηλεκτρονικών συσκευών πριν τον ύπνο και η δημιουργία ενός ήρεμου περιβάλλοντος ύπνου για βέλτιστη ποιότητα.
Συμπερασματικά, η ισορροπία στον ύπνο είναι κρίσιμη για τη διατήρηση ισχυρού ανοσοποιητικού συστήματος. Ο πολύ λίγος ή ο υπερβολικός ύπνος αυξάνουν τον κίνδυνο λοίμωξης, ενώ η επαρκής και ποιοτική ξεκούραση προστατεύει τον οργανισμό και συμβάλλει στη γενική υγεία.



