Μετά από μια συναυλία, ένα πάρτι με πολύ δυνατή μουσική ή μια έκρηξη, μπορεί να παρατηρήσουμε ότι οι ήχοι ακούγονται ξαφνικά πιο «θαμποί» ή ότι τα αυτιά μας βουίζουν. Αυτή η προσωρινή μείωση της ακοής είναι μια φυσιολογική αντίδραση του ακουστικού συστήματος σε υπερβολικά έντονο ήχο και συνήθως υποχωρεί μέσα σε ώρες.
Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, πρέπει πρώτα να δούμε πώς λειτουργεί η ακοή. Τα ηχητικά κύματα περνούν από το εξωτερικό και το μέσο αυτί και φτάνουν στον κοχλία, ένα όργανο του έσω αυτιού. Εκεί υπάρχουν χιλιάδες μικροσκοπικά αισθητηριακά κύτταρα, τα λεγόμενα τριχωτά κύτταρα, τα οποία μετατρέπουν τις μηχανικές δονήσεις σε νευρικά σήματα που μεταφέρονται στον εγκέφαλο.
Όταν ένας ήχος είναι πολύ δυνατός, οι δονήσεις που προκαλεί στο εσωτερικό του αυτιού είναι επίσης πολύ έντονες. Τα τριχωτά κύτταρα μπορεί να υπερδιεγερθούν προσωρινά, με αποτέλεσμα να μειώνεται για κάποιο διάστημα η αποτελεσματικότητα με την οποία μεταδίδουν τα ακουστικά σήματα.
Αυτό μπορεί να προκαλέσει τη λεγόμενη προσωρινή μετατόπιση του ουδού ακοής. Με απλά λόγια, μετά την έκθεση σε πολύ δυνατό ήχο χρειάζεται για λίγο ένας δυνατότερος ήχος για να αντιληφθούμε ορισμένες συχνότητες τόσο καθαρά όσο πριν.
Ταυτόχρονα, μπορεί να εμφανιστούν εμβοές, δηλαδή ένα σφύριγμα, βούισμα ή κουδούνισμα χωρίς εξωτερική πηγή ήχου. Οι εμβοές μετά από δυνατή μουσική αποτελούν ένδειξη ότι το ακουστικό σύστημα έχει δεχθεί σημαντική καταπόνηση.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, το σύστημα ανακάμπτει σταδιακά όταν απομακρυνθούμε από τον θόρυβο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε έκθεση σε πολύ δυνατούς ήχους είναι ακίνδυνη. Επαναλαμβανόμενη ή παρατεταμένη έκθεση μπορεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στα τριχωτά κύτταρα, τα οποία στον άνθρωπο δεν αναγεννώνται εύκολα.
Ο κίνδυνος εξαρτάται από την ένταση του ήχου, τη διάρκεια της έκθεσης και την απόσταση από την πηγή. Ένας πολύ δυνατός ήχος μπορεί να προκαλέσει βλάβη ακόμη και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ενώ χαμηλότεροι αλλά συνεχείς θόρυβοι μπορούν επίσης να επιβαρύνουν σταδιακά την ακοή.
Για την προστασία των αυτιών βοηθά η αποφυγή παρατεταμένης έκθεσης σε δυνατή μουσική, η απομάκρυνση από πολύ ισχυρές πηγές ήχου και η χρήση ωτοασπίδων ή άλλης κατάλληλης προστασίας σε ιδιαίτερα θορυβώδη περιβάλλοντα. Με τα ακουστικά, είναι χρήσιμο να διατηρούμε την ένταση σε επίπεδο που επιτρέπει να ακούμε χωρίς δυσφορία.
Αν η μειωμένη ακοή ή οι εμβοές δεν υποχωρούν μετά την απομάκρυνση από τον θόρυβο, ιδιαίτερα αν η απώλεια ακοής είναι ξαφνική και αφορά κυρίως το ένα αυτί, χρειάζεται άμεση αξιολόγηση από γιατρό ή ωτορινολαρυγγολόγο.
Έτσι, το προσωρινό «βούλωμα» των αυτιών μετά από έναν πολύ δυνατό ήχο αποτελεί ουσιαστικά ένα σήμα ότι το ακουστικό σύστημα έχει υπερφορτωθεί. Όταν επαναλαμβάνεται συχνά, δεν πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό αποτέλεσμα της διασκέδασης, αλλά προειδοποίηση ότι τα αυτιά χρειάζονται μεγαλύτερη προστασία.



