Η γλουτένη είναι μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στο σιτάρι, το κριθάρι και τη σίκαλη. Για πολλούς ανθρώπους καταναλώνεται χωρίς πρόβλημα, όμως για άλλους μπορεί να προκαλέσει ενοχλήσεις ή σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Συχνά οι όροι «δυσανεξία στη γλουτένη» και «κοιλιοκάκη» χρησιμοποιούνται λανθασμένα ως ταυτόσημοι, παρότι πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις.
Η κοιλιοκάκη είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα. Όταν το άτομο καταναλώνει γλουτένη, το ανοσοποιητικό του σύστημα επιτίθεται στο λεπτό έντερο, προκαλώντας φλεγμονή και καταστροφή των εντερικών λαχνών. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και σε σοβαρές επιπλοκές, όπως αναιμία, οστεοπόρωση ή χρόνια κόπωση. Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα περιλαμβάνουν διάρροια, φούσκωμα, κοιλιακό πόνο, απώλεια βάρους και έντονη κούραση. Ωστόσο, αρκετοί ασθενείς εμφανίζουν και μη γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους, δερματικά εξανθήματα ή διαταραχές διάθεσης.
Από την άλλη πλευρά, η δυσανεξία ή ευαισθησία στη γλουτένη δεν είναι αυτοάνοση πάθηση ούτε προκαλεί βλάβη στο έντερο. Τα συμπτώματα μπορεί να μοιάζουν με εκείνα της κοιλιοκάκης — φούσκωμα, πόνος στην κοιλιά, αέρια, κόπωση ή πονοκέφαλοι — αλλά συνήθως είναι πιο ήπια και υποχωρούν όταν αποκλειστεί η γλουτένη από τη διατροφή. Η ακριβής αιτία της ευαισθησίας στη γλουτένη δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως.
Η διάγνωση της κοιλιοκάκης γίνεται μέσω ειδικών αιματολογικών εξετάσεων και συχνά επιβεβαιώνεται με βιοψία λεπτού εντέρου. Αντίθετα, η δυσανεξία στη γλουτένη διαγιγνώσκεται κυρίως με αποκλεισμό άλλων παθήσεων και παρακολούθηση των συμπτωμάτων μετά την απομάκρυνση της γλουτένης από τη διατροφή.
Η βασική θεραπεία και στις δύο περιπτώσεις είναι η αποφυγή τροφών που περιέχουν γλουτένη. Ωστόσο, στην κοιλιοκάκη η δίαιτα χωρίς γλουτένη πρέπει να είναι αυστηρή και εφ’ όρου ζωής, καθώς ακόμη και μικρές ποσότητες μπορεί να προκαλέσουν βλάβες.
Η σωστή διάγνωση από γιατρό ή γαστρεντερολόγο είναι απαραίτητη, ώστε να αποφευχθούν λάθη και περιττοί διατροφικοί περιορισμοί.



