Η υπνοβασία είναι ένα φαινόμενο που συχνά προκαλεί απορία ή και ανησυχία, τόσο σε όσους το βιώνουν όσο και στους ανθρώπους που ζουν μαζί τους. Πρόκειται για μια διαταραχή ύπνου κατά την οποία το άτομο σηκώνεται από το κρεβάτι και εκτελεί απλές ή σύνθετες κινήσεις ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται σε βαθύ ύπνο. Οι «βραδινές βόλτες» μπορεί να περιορίζονται σε λίγα βήματα μέσα στο σπίτι ή να περιλαμβάνουν πιο περίπλοκες συμπεριφορές.
Η υπνοβασία εμφανίζεται συχνότερα στην παιδική ηλικία, κυρίως μεταξύ 5 και 12 ετών, και στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, μπορεί να συνεχιστεί ή να εμφανιστεί και στην ενήλικη ζωή. Παράγοντες όπως η έλλειψη ύπνου, το έντονο άγχος, ο πυρετός, η κατανάλωση αλκοόλ ή ορισμένα φάρμακα μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα εμφάνισής της.
Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου υπνοβασίας, το άτομο έχει ανοιχτά μάτια, αλλά δεν έχει επίγνωση του περιβάλλοντος. Συνήθως δεν ανταποκρίνεται σε ερωτήσεις και το επόμενο πρωί δεν θυμάται τίποτα από όσα συνέβησαν. Αν και οι περισσότερες περιπτώσεις είναι ακίνδυνες, υπάρχει κίνδυνος τραυματισμού, ειδικά αν το άτομο κατέβει σκάλες, ανοίξει πόρτες ή χειριστεί αντικείμενα.
Η αντιμετώπιση της υπνοβασίας επικεντρώνεται κυρίως στην ασφάλεια και στην πρόληψη. Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται το περιβάλλον του σπιτιού, κλειδώνοντας πόρτες και παράθυρα, απομακρύνοντας επικίνδυνα αντικείμενα και τοποθετώντας προστατευτικά σε σκάλες. Παράλληλα, η διατήρηση σταθερού ωραρίου ύπνου και η μείωση του στρες μπορούν να μειώσουν τη συχνότητα των επεισοδίων.
Σε σοβαρές ή συχνές περιπτώσεις, ειδικά όταν η υπνοβασία συνοδεύεται από έντονες ή επικίνδυνες συμπεριφορές, συνιστάται η συμβουλή ειδικού. Ένας γιατρός ή ειδικός ύπνου μπορεί να αξιολογήσει την κατάσταση και, αν χρειαστεί, να προτείνει κατάλληλη θεραπεία.
Η υπνοβασία, αν και εντυπωσιακή, είναι συνήθως διαχειρίσιμη. Με σωστή ενημέρωση, προληπτικά μέτρα και φροντίδα, οι νυχτερινές αυτές «βόλτες» μπορούν να αντιμετωπιστούν με ασφάλεια και ηρεμία.



