Η δυσανεξία στη λακτόζη: γιατί το γάλα προκαλεί ενοχλήσεις σε ορισμένους ανθρώπους

Το φούσκωμα, τα αέρια, οι κοιλιακοί πόνοι και η διάρροια μετά την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων είναι συμπτώματα που μπορεί να συνδέονται με τη δυσανεξία στη λακτόζη. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός δυσκολεύεται να διασπάσει τη λακτόζη, το φυσικό σάκχαρο που περιέχεται στο γάλα.

Η αιτία είναι συνήθως η μειωμένη δραστηριότητα ενός ενζύμου που ονομάζεται λακτάση και παράγεται στο λεπτό έντερο.

Τι συμβαίνει στον οργανισμό;

Όταν η λακτόζη δεν διασπάται επαρκώς, φτάνει στο παχύ έντερο, όπου ζυμώνεται από τα βακτήρια. Η διαδικασία αυτή παράγει αέρια και μπορεί να προκαλέσει κοιλιακή δυσφορία, διάταση και διάρροια.

Η ένταση των συμπτωμάτων διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ποσότητα λακτόζης που καταναλώνεται.

Πώς εμφανίζεται;

Η μειωμένη παραγωγή λακτάσης μπορεί να αναπτυχθεί σταδιακά με την ηλικία. Σε άλλες περιπτώσεις, η δυσανεξία εμφανίζεται προσωρινά μετά από γαστρεντερική λοίμωξη ή βλάβη του εντερικού βλεννογόνου. Υπάρχει επίσης η σπανιότερη συγγενής μορφή.

Είναι σημαντικό να διακρίνεται η δυσανεξία από την αλλεργία στο γάλα. Η τελευταία αφορά αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος στις πρωτεΐνες του γάλακτος και μπορεί να προκαλέσει πολύ σοβαρότερα συμπτώματα.

Χρειάζεται πλήρης αποχή από τα γαλακτοκομικά;

Όχι απαραίτητα. Πολλοί άνθρωποι με δυσανεξία μπορούν να καταναλώνουν μικρές ποσότητες λακτόζης χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση. Τα προϊόντα χωρίς λακτόζη, ορισμένα σκληρά τυριά και τα γιαούρτια μπορεί επίσης να είναι καλύτερα ανεκτά.

Η διάγνωση μπορεί να γίνει με ειδικές εξετάσεις, όπως το τεστ αναπνοής υδρογόνου, ή με άλλες μεθόδους που θα επιλέξει ο γιατρός.

Η σωστή αναγνώριση της δυσανεξίας επιτρέπει διατροφικές επιλογές χωρίς άσκοπους αποκλεισμούς και χωρίς να διακυβεύεται η πρόσληψη ασβεστίου και άλλων θρεπτικών συστατικών.

Μοιραστείτε την ανάρτηση::