Η ημικρανία αποτελεί μία από τις πιο συχνές και αναπηρικές μορφές κεφαλαλγίας, επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Χαρακτηρίζεται από έντονο πόνο συνήθως στη μία πλευρά του κεφαλιού, συνοδευόμενο από ναυτία, εμετό, φωτοφοβία και ηχοφοβία. Η συχνότητα, η ένταση και η διάρκεια των επεισοδίων οδηγούν πολλούς ασθενείς να αναζητούν θεραπευτικές λύσεις. Ωστόσο, η απόφαση για λήψη θεραπείας βασίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια που καθορίζουν την ανάγκη και την καταλληλότητα των φαρμάκων.
Πρώτο κριτήριο είναι η συχνότητα των κρίσεων. Ασθενείς που παρουσιάζουν περισσότερα από τέσσερα επεισόδια τον μήνα ή που τα επεισόδια διαρκούν περισσότερο από 24 ώρες θεωρούνται υποψήφιοι για προληπτική θεραπεία. Σύμφωνα με το American Headache Society, η προληπτική αγωγή μειώνει τη συχνότητα και την ένταση των ημικρανιών, βελτιώνοντας την καθημερινή λειτουργικότητα.
Ένα δεύτερο κριτήριο αφορά την ένταση και την αναπηρική επίδραση της ημικρανίας. Ασθενείς που αδυνατούν να εκτελέσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες ή χρειάζονται συχνά άδεια από τη δουλειά ή το σχολείο θεωρούνται κατάλληλοι για θεραπεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η φαρμακευτική αγωγή στοχεύει στη γρήγορη ανακούφιση του πόνου και στη μείωση των συνοδών συμπτωμάτων.
Η αντίδραση σε μη φαρμακευτικές μεθόδους αποτελεί επίσης κριτήριο. Πολλοί ασθενείς δοκιμάζουν αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως τακτική άσκηση, αποφυγή συγκεκριμένων τροφών ή διαχείριση άγχους, χωρίς όμως ικανοποιητική βελτίωση. Όταν οι μέθοδοι αυτές αποδεικνύονται ανεπαρκείς, η φαρμακευτική θεραπεία κρίνεται απαραίτητη.
Τέλος, λαμβάνονται υπόψη ιατρικές αντενδείξεις και συνοδά νοσήματα, ώστε η θεραπεία να είναι ασφαλής και εξατομικευμένη. Η συνεργασία με νευρολόγο εξειδικευμένο στις κεφαλαλγίες διασφαλίζει ότι ο ασθενής λαμβάνει τη σωστή αγωγή στον κατάλληλο χρόνο.
Συνολικά, η απόφαση για λήψη θεραπείας για ημικρανία βασίζεται στη συχνότητα, ένταση και αναπηρικότητα των επεισοδίων, στην αποτελεσματικότητα μη φαρμακευτικών μεθόδων και στην εξατομίκευση της αγωγής. Η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.



