Η κοιλιοκάκη και η δυσανεξία στη γλουτένη είναι δύο καταστάσεις που συχνά συγχέονται, καθώς παρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα, όμως διαφέρουν τόσο στη φύση όσο και στη σοβαρότητά τους. Και στις δύο περιπτώσεις, η κατανάλωση γλουτένης — μιας πρωτεΐνης που βρίσκεται στο σιτάρι, το κριθάρι και τη σίκαλη — προκαλεί προβλήματα στον οργανισμό, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής μικρών και μεγάλων.
Η κοιλιοκάκη είναι αυτοάνοσο νόσημα. Όταν ένα άτομο με κοιλιοκάκη καταναλώνει γλουτένη, το ανοσοποιητικό του σύστημα επιτίθεται στο λεπτό έντερο, προκαλώντας φλεγμονή και βλάβες στις εντερικές λάχνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη απορρόφηση θρεπτικών συστατικών. Αντίθετα, η δυσανεξία στη γλουτένη (ή μη κοιλιοκακική ευαισθησία στη γλουτένη) δεν σχετίζεται με αυτοάνοση αντίδραση ή εντερική βλάβη, αλλά μπορεί να προκαλεί έντονη δυσφορία.
Στους ενήλικες, τα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν φούσκωμα, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, κοιλιακό πόνο, κόπωση και ανεξήγητη απώλεια βάρους. Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν επίσης αναιμία, πονοκεφάλους, πόνους στις αρθρώσεις, δερματικά εξανθήματα και μεταβολές στη διάθεση, όπως άγχος ή καταθλιπτική διάθεση. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα συμπτώματα είναι άτυπα ή ήπια, γεγονός που καθυστερεί τη διάγνωση.
Στα παιδιά, η κοιλιοκάκη εκδηλώνεται συχνά με διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να παρατηρηθούν καθυστέρηση στην ανάπτυξη, χαμηλό βάρος, κοιλιακή διάταση, χρόνιες διάρροιες ή εμετοί. Επιπλέον, παιδιά με δυσανεξία στη γλουτένη μπορεί να εμφανίζουν ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης και κόπωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμπτώματα δεν είναι κυρίως γαστρεντερικά, γεγονός που δυσκολεύει την αναγνώριση του προβλήματος.
Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστικής σημασίας. Αν υπάρχει υποψία κοιλιοκάκης ή δυσανεξίας στη γλουτένη, είναι απαραίτητο να προηγηθεί ιατρικός έλεγχος πριν από την αποφυγή της γλουτένης. Η σωστή διάγνωση και η κατάλληλη διατροφική καθοδήγηση μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την υγεία και την καθημερινότητα τόσο των ενηλίκων όσο και των παιδιών.



