Οι αυτοάνοσες διαταραχές αποτελούν μια ομάδα νοσημάτων κατά τα οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ίδιους τους ιστούς του σώματος. Παράδειγμα αποτελούν η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο λύκος και η ψωριασική αρθρίτιδα. Αν και οι επιπτώσεις τους συχνά επικεντρώνονται στις αρθρώσεις, το δέρμα ή άλλα όργανα, ολοένα περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα με αυτοάνοσα νοσήματα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακής νόσου, όπως έμφραγμα, εγκεφαλικό ή αθηροσκλήρωση.
Η σύνδεση μεταξύ αυτοάνοσων διαταραχών και καρδιαγγειακής νόσου οφείλεται κυρίως στη χρόνια φλεγμονή. Το ανοσοποιητικό σύστημα, όταν παραμένει υπερδραστήριο, προκαλεί φλεγμονώδεις αντιδράσεις στα αιμοφόρα αγγεία, οδηγώντας σε βλάβες στα τοιχώματα των αρτηριών. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η φλεγμονή συμβάλλει στη δημιουργία αθηρωματικών πλακών, οι οποίες περιορίζουν τη ροή του αίματος και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού.
Επιπλέον, πολλοί ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα αντιμετωπίζουν παράγοντες κινδύνου για την καρδιά, όπως αυξημένη αρτηριακή πίεση, υψηλή χοληστερίνη ή αυξημένο σάκχαρο αίματος. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση των αυτοάνοσων διαταραχών, όπως οι κορτικοστεροειδείς, μπορεί επίσης να επηρεάσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, αυξάνοντας τη συγκέντρωση χοληστερίνης ή προκαλώντας υπέρταση.
Η πρόληψη είναι κρίσιμη. Οι ειδικοί συνιστούν τακτική παρακολούθηση των καρδιαγγειακών δεικτών, υγιεινή διατροφή, τακτική άσκηση και αποφυγή καπνίσματος. Η σωστή διαχείριση της φλεγμονής μέσω φαρμακευτικής αγωγής και τακτικών ιατρικών ελέγχων μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιακών επιπλοκών.
Συνολικά, οι αυτοάνοσες διαταραχές δεν επηρεάζουν μόνο τα όργανα που πλήττουν άμεσα, αλλά έχουν και σημαντικές επιπτώσεις στην καρδιαγγειακή υγεία. Η έγκαιρη ενημέρωση, η πρόληψη και η συνεργασία με τον ιατρό αποτελούν βασικά εργαλεία για τη μείωση του κινδύνου και τη διατήρηση μιας καλής ποιότητας ζωής.



