Η αηδία είναι ένα από τα πιο έντονα συναισθήματα και μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όταν βλέπουμε, μυρίζουμε, γευόμαστε ή ακόμη και φανταζόμαστε κάτι που θεωρούμε αποκρουστικό. Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια δυσάρεστη ψυχική αίσθηση. Ολόκληρο το σώμα μπορεί να αντιδράσει, καθώς ο εγκέφαλος ενεργοποιεί μηχανισμούς που φαίνεται να βοηθούν στην απομάκρυνσή μας από πιθανές πηγές μόλυνσης ή κινδύνου.
Ένα από τα βασικά σημεία του εγκεφάλου που συμμετέχουν στην εμπειρία της αηδίας είναι η πρόσθια νησιωτική περιοχή, γνωστή ως insula. Η περιοχή αυτή επεξεργάζεται πληροφορίες που σχετίζονται τόσο με εξωτερικά ερεθίσματα όσο και με την κατάσταση του εσωτερικού σώματος. Όταν το ερέθισμα είναι ιδιαίτερα αποκρουστικό, η δραστηριότητά της συνδέεται με την έντονη συνειδητή αίσθηση της αηδίας.
Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστούν έντονες αντιδράσεις στο πεπτικό σύστημα. Το στομάχι αλλάζει τον φυσιολογικό ρυθμό των κινήσεών του και μπορεί να εμφανιστεί ναυτία, ιδιαίτερα όταν η αηδία σχετίζεται με χαλασμένο φαγητό, εμετό ή άλλες πιθανές πηγές μόλυνσης. Ερευνητές περιγράφουν αυτή την αντίδραση ως ένα είδος «προ-ναυτίας», που μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι στην κατανάλωση μιας πιθανώς επικίνδυνης ουσίας.
Η αντίδραση μπορεί να γίνει εμφανής και στο πρόσωπο. Συχνά σφίγγουμε τα χείλη, αλλάζουμε την έκφρασή μας, απομακρύνουμε το κεφάλι ή προσπαθούμε να περιορίσουμε την επαφή με το ερέθισμα. Παράλληλα, το αυτόνομο νευρικό σύστημα μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό, στην αρτηριακή πίεση και στην αγωγιμότητα του δέρματος. Οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι απόλυτα ίδιες σε όλους ούτε σε κάθε μορφή αηδίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν το ερέθισμα σχετίζεται με αίμα ή τραυματισμό, μπορεί να εμφανιστούν ζάλη και τάση λιποθυμίας. Αυτό δείχνει ότι η αηδία δεν αποτελεί απλώς μια «γκριμάτσα» ή μια στιγμιαία αποστροφή, αλλά μια σύνθετη αντίδραση στην οποία συνεργάζονται ο εγκέφαλος, το στομάχι, η καρδιά και το αυτόνομο νευρικό σύστημα.



