Μερικές φορές ένα μικρό χτύπημα αρκεί για να εμφανιστεί στο δέρμα μια μπλε, μωβ ή πρασινωπή περιοχή. Η μελανιά είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα μιας μικρής εσωτερικής αιμορραγίας κάτω από την επιφάνεια του δέρματος.
Όταν χτυπάμε ένα σημείο του σώματος, μπορεί να τραυματιστούν πολύ μικρά αιμοφόρα αγγεία. Το αίμα που βρίσκεται μέσα σε αυτά διαφεύγει στους γύρω ιστούς. Επειδή το δέρμα δεν έχει ανοίξει, δεν βλέπουμε εξωτερική αιμορραγία. Το αίμα, όμως, παραμένει προσωρινά κάτω από το δέρμα και δημιουργεί τον χαρακτηριστικό αποχρωματισμό.
Αρχικά η περιοχή μπορεί να φαίνεται κόκκινη ή σκούρα. Τις επόμενες ημέρες το χρώμα συχνά αλλάζει. Μπορεί να γίνει μπλε ή μωβ και στη συνέχεια πρασινωπό και κιτρινωπό.
Οι αλλαγές αυτές οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός διασπά και απομακρύνει σταδιακά τα συστατικά του αίματος που έχουν συγκεντρωθεί στους ιστούς. Τα κύτταρα του οργανισμού «καθαρίζουν» την περιοχή και τα προϊόντα της διάσπασης μεταβάλλουν την εμφάνιση της μελανιάς.
Η ένταση μιας μελανιάς δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο δυνατά χτυπήσαμε. Ρόλο παίζουν η περιοχή του σώματος, η ευαισθησία των αγγείων και άλλοι παράγοντες. Με την ηλικία, για παράδειγμα, το δέρμα και οι ιστοί αλλάζουν και οι μελανιές μπορεί να εμφανίζονται ευκολότερα.
Οι περισσότερες απλές μελανιές υποχωρούν μόνες τους μέσα σε μερικές ημέρες ή εβδομάδες. Αν όμως εμφανίζονται συχνά χωρίς προφανή λόγο, είναι ασυνήθιστα μεγάλες ή συνοδεύονται από άλλες αιμορραγίες, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.
Μια μελανιά, επομένως, είναι ένα μικρό «αποτύπωμα» της διαδικασίας με την οποία το σώμα αντιμετωπίζει έναν τραυματισμό που δεν είναι ορατός εξωτερικά.



