Μετά από πολλές ώρες καθισιού ή ακινησίας, ένα καλό τέντωμα μπορεί να δημιουργήσει αμέσως την αίσθηση ότι το σώμα «ξεμπλοκάρει». Η κίνηση αυτή ενεργοποιεί μύες και αρθρώσεις που παρέμεναν για αρκετή ώρα σε σχετικά σταθερές θέσεις.
Κατά τη διάρκεια του τεντώματος, οι μύες επιμηκύνονται και αυξάνεται προσωρινά η κινητικότητα των αρθρώσεων. Παράλληλα, ενεργοποιούνται αισθητηριακοί υποδοχείς που πληροφορούν τον εγκέφαλο για τη θέση και την κίνηση των διαφόρων τμημάτων του σώματος.
Η ακινησία μπορεί να συνοδεύεται από μυϊκή δυσκαμψία, ιδιαίτερα όταν διατηρούμε την ίδια στάση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το τέντωμα προκαλεί κίνηση και αλλαγή της μυϊκής τάσης, κάτι που μπορεί να μειώσει προσωρινά την αίσθηση ακαμψίας.
Η διαδικασία έχει επίσης σχέση με την ιδιοδεκτικότητα, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να γνωρίζει πού βρίσκεται κάθε τμήμα του σώματος χωρίς να χρειάζεται να το κοιτάμε. Οι αισθητηριακές πληροφορίες από τους μύες, τους τένοντες και τις αρθρώσεις βοηθούν στη διατήρηση αυτής της «εσωτερικής εικόνας» του σώματος.
Ένα τέντωμα μπορεί επίσης να συνοδεύεται από βαθύτερη αναπνοή και μικρή αλλαγή στη μυϊκή ένταση ολόκληρου του σώματος. Αυτό πιθανώς συμβάλλει στην ευχάριστη αίσθηση που έχουμε μετά την κίνηση.
Το όφελος όμως δεν σημαίνει ότι όσο πιο δυνατά τεντωνόμαστε τόσο καλύτερα. Ένα υπερβολικά έντονο ή απότομο τέντωμα μπορεί να προκαλέσει πόνο ή τραυματισμό. Οι ήπιες και ελεγχόμενες κινήσεις είναι συνήθως πιο κατάλληλες για την καθημερινή ακαμψία.
Το τέντωμα, επομένως, είναι κάτι περισσότερο από μια απλή κίνηση. Ενεργοποιεί το μυοσκελετικό και αισθητηριακό σύστημα, αυξάνει προσωρινά την κινητικότητα και βοηθά το σώμα να μεταβεί από την ακινησία στην κίνηση.



