Η καταρροή δεν σημαίνει πάντα ότι έχουμε κρυολογήσει. Μερικές φορές η μύτη αρχίζει να παράγει περισσότερες εκκρίσεις χωρίς να υπάρχει λοίμωξη.
Ο αέρας που αναπνέουμε περνά από τη μύτη, όπου θερμαίνεται, υγραίνεται και φιλτράρεται. Για να πραγματοποιηθεί αυτή η διαδικασία, το εσωτερικό της μύτης διαθέτει βλεννογόνους αδένες που παράγουν βλέννα.
Όταν η μύτη ερεθιστεί από σκόνη, καπνό, έντονες μυρωδιές ή αλλεργιογόνα, μπορεί να αυξηθεί η παραγωγή εκκρίσεων.
Σε ανθρώπους με αλλεργίες, για παράδειγμα, η καταρροή μπορεί να συνοδεύεται από φτέρνισμα και φαγούρα στη μύτη ή στα μάτια. Υπάρχει επίσης η μη αλλεργική ρινίτιδα, κατά την οποία η μύτη μπορεί να αντιδράσει σε αλλαγές θερμοκρασίας, μυρωδιές ή άλλους ερεθισμούς.
Μερικοί άνθρωποι εμφανίζουν καταρροή ακόμη και όταν τρώνε. Αυτό ονομάζεται γευστική ρινίτιδα και μπορεί να προκαλείται από την αντίδραση των νεύρων της ρινικής περιοχής.
Αν η καταρροή είναι περιστασιακή και υποχωρεί γρήγορα, συνήθως δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας.
Αν όμως είναι επίμονη, μονόπλευρη, συνοδεύεται από αίμα, έντονο πόνο ή άλλα ασυνήθιστα συμπτώματα, χρειάζεται ιατρικός έλεγχος.
Η μύτη λοιπόν δεν «τρέχει» μόνο όταν είμαστε άρρωστοι. Είναι ένα ευαίσθητο όργανο που αντιδρά συνεχώς στο περιβάλλον και σε διάφορα ερεθίσματα.



