Η οδοντόβουρτσα και το οδοντικό νήμα έχουν συνήθως πρωταγωνιστικό ρόλο στη στοματική υγιεινή, όμως υπάρχει μία επιφάνεια που συχνά παραμελείται: η γλώσσα. Η τραχιά της υφή μπορεί να συγκρατεί βακτήρια, υπολείμματα τροφών και νεκρά κύτταρα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που συμβάλλει στην κακοσμία του στόματος.
Η επιφάνεια της γλώσσας καλύπτεται από μικρές προεξοχές, τις θηλές, οι οποίες συμμετέχουν σε λειτουργίες όπως η γεύση και η αίσθηση της τροφής. Ανάμεσα σε αυτές μπορεί να συσσωρεύεται ένα λεπτό στρώμα υπολειμμάτων και μικροοργανισμών. Η συσσώρευση αυτή είναι συχνά εντονότερη το πρωί, καθώς κατά τη διάρκεια της νύχτας μειώνεται η παραγωγή σάλιου, το οποίο συμβάλλει στον φυσικό καθαρισμό του στόματος.
Ορισμένα βακτήρια διασπούν πρωτεΐνες που υπάρχουν στα υπολείμματα τροφών και παράγουν πτητικές θειούχες ενώσεις. Αυτές ευθύνονται για ένα σημαντικό μέρος της δυσάρεστης αναπνοής. Ο καθαρισμός της γλώσσας μπορεί να περιορίσει προσωρινά αυτές τις ενώσεις, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει απαραίτητα κάθε πιθανή αιτία κακοσμίας.
Η διαδικασία είναι απλή. Μετά το βούρτσισμα των δοντιών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια μαλακή οδοντόβουρτσα ή ειδικός καθαριστής γλώσσας. Οι κινήσεις πρέπει να είναι ήπιες, από το πίσω μέρος προς την άκρη, όσο επιτρέπει η άνεση χωρίς να προκαλείται έντονο αντανακλαστικό εμετού. Δεν χρειάζεται πίεση ούτε επίμονο τρίψιμο, καθώς μπορεί να ερεθιστούν οι ιστοί.
Ο καθαρισμός της γλώσσας δεν αντικαθιστά το βούρτσισμα με φθοριούχο οδοντόκρεμα, τον μεσοδόντιο καθαρισμό ή τους τακτικούς οδοντιατρικούς ελέγχους. Επίσης, η έντονη κακοσμία μπορεί να σχετίζεται με ουλίτιδα, τερηδόνα, ξηροστομία ή άλλες καταστάσεις που χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση.
Εάν η γλώσσα παρουσιάζει επίμονες λευκές ή κόκκινες περιοχές, πόνο, αιμορραγία ή αλλοιώσεις που δεν υποχωρούν, είναι σκόπιμο να εξεταστεί από οδοντίατρο ή γιατρό. Η φροντίδα της γλώσσας είναι ένα μικρό βήμα που συμπληρώνει μια ολοκληρωμένη καθημερινή ρουτίνα στοματικής υγιεινής.



