Όταν κοιτάζουμε έναν χώρο ή ακούμε μια συζήτηση, δεν λαμβάνουμε πάντοτε όλες τις πληροφορίες με απόλυτη ακρίβεια. Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί προηγούμενη γνώση και προσδοκίες για να συμπληρώσει στοιχεία που λείπουν.
Αυτό συμβαίνει επειδή οι αισθήσεις μας δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τη σκέψη. Τα μάτια και τα αυτιά μεταφέρουν πληροφορίες, αλλά ο εγκέφαλος πρέπει να τις οργανώσει και να αποφασίσει τι σημαίνουν.
Ένα απλό παράδειγμα είναι όταν διαβάζουμε ένα κείμενο με ένα γράμμα που λείπει. Συχνά καταλαβαίνουμε αμέσως ποια είναι η λέξη χωρίς να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είδαμε όλα τα γράμματά της. Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί το πλαίσιο της πρότασης και τη γνώση της γλώσσας για να συμπληρώσει το κενό.
Παρόμοιος μηχανισμός λειτουργεί και στην ακοή. Σε έναν χώρο με θόρυβο μπορεί να μην ακούμε καθαρά μια λέξη, αλλά να την καταλαβαίνουμε από το νόημα της συζήτησης.
Η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην καθημερινότητα, επειδή το περιβάλλον μας είναι γεμάτο ατελείς πληροφορίες. Δεν χρειάζεται να επεξεργαζόμαστε κάθε μικρή λεπτομέρεια ξεχωριστά.
Ωστόσο, ακριβώς επειδή ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί προβλέψεις, μπορεί ορισμένες φορές να οδηγηθεί σε λάθος αντίληψη. Μπορούμε να νομίσουμε ότι είδαμε ή ακούσαμε κάτι συγκεκριμένο, ενώ στην πραγματικότητα το ερέθισμα ήταν διαφορετικό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αισθήσεις μας είναι αναξιόπιστες. Σημαίνει ότι η αντίληψη αποτελεί μια ενεργή διαδικασία. Ο εγκέφαλος δεν περιμένει παθητικά να του φτάσουν όλες οι πληροφορίες. Συνδυάζει τα διαθέσιμα στοιχεία με όσα ήδη γνωρίζει για να δημιουργήσει μια όσο το δυνατόν πιο χρήσιμη εικόνα της πραγματικότητας.



