Η αίσθηση της πείνας δεν δημιουργείται μόνο στο στομάχι. Αποτελεί αποτέλεσμα συνεργασίας ανάμεσα στο πεπτικό σύστημα, το αίμα, τις ορμόνες και τον εγκέφαλο.
Όταν περνούν αρκετές ώρες χωρίς φαγητό, μεταβάλλονται σταδιακά τα διαθέσιμα θρεπτικά συστατικά και τα ενεργειακά αποθέματα που χρησιμοποιεί ο οργανισμός. Παράλληλα, ο πεπτικός σωλήνας και άλλα όργανα στέλνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο.
Το στομάχι μπορεί επίσης να παρουσιάσει χαρακτηριστικές συσπάσεις, οι οποίες συχνά συνοδεύονται από τους γνωστούς ήχους της κοιλιάς. Οι ήχοι αυτοί δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι «πεινάμε», αλλά μπορεί να εμφανίζονται ταυτόχρονα με την κατάσταση της νηστείας.
Σημαντικό ρόλο έχουν και οι ορμόνες. Η γκρελίνη, για παράδειγμα, παράγεται κυρίως στο στομάχι και συμμετέχει στη ρύθμιση της πείνας. Τα επίπεδά της μεταβάλλονται ανάλογα με το αν έχουμε φάει και συμβάλλουν στην αποστολή σημάτων προς τον εγκέφαλο.
Ο εγκέφαλος συνδυάζει αυτά τα σήματα με πληροφορίες σχετικά με την ώρα, τις προηγούμενες συνήθειες και την κατάσταση του οργανισμού. Έτσι, η πείνα δεν είναι αποκλειστικά μια μηχανική συνέπεια του άδειου στομαχιού.
Αυτό εξηγεί και γιατί μπορεί να αισθανθούμε πείνα περίπου την ώρα που συνηθίζουμε να τρώμε, ακόμη και όταν η ανάγκη για ενέργεια δεν είναι ακριβώς ίδια κάθε μέρα.
Η αίσθηση της πείνας, επομένως, είναι ένα σύνθετο βιολογικό μήνυμα. Το σώμα χρησιμοποιεί πολλά διαφορετικά σήματα για να ενημερώσει τον εγκέφαλο ότι είναι ώρα να αναζητήσει τροφή.



